Κλίση του ρήματος στριφογυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στριφογυρίζω
to twirl, gyrate, whirl, spin
Πλήρης κλίση του ρήματος στριφογυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στριφογυρίζω
εσύ στριφογυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό στριφογυρίζει
εμείς στριφογυρίζουμε
εσείς στριφογυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στριφογυρίζουν / στριφογυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ στριφογύριζα
εσύ στριφογύριζες
αυτός/αυτή/αυτό στριφογύριζε
εμείς στριφογυρίζαμε
εσείς στριφογυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στριφογύριζαν / στριφογυρίζαν / στριφογυρίζανε

Αόριστος

εγώ στριφογύρισα
εσύ στριφογύρισες
αυτός/αυτή/αυτό στριφογύρισε
εμείς στριφογυρίσαμε
εσείς στριφογυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στριφογύρισαν / στριφογυρίσαν / στριφογυρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στριφογυρίζω
εσύ θα στριφογυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στριφογυρίζει
εμείς θα στριφογυρίζουμε
εσείς θα στριφογυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στριφογυρίζουν / θα στριφογυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στριφογυρίσω
εσύ θα στριφογυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στριφογυρίσει
εμείς θα στριφογυρίσουμε
εσείς θα στριφογυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στριφογυρίσουν / θα στριφογυρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στριφογυρίσω
εσύ να στριφογυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στριφογυρίσει
εμείς να στριφογυρίσουμε
εσείς να στριφογυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στριφογυρίσουν / στριφογυρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στριφογυρίσει
εσύ έχεις στριφογυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στριφογυρίσει
εμείς έχουμε στριφογυρίσει
εσείς έχετε στριφογυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στριφογυρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στριφογυρίσει
εσύ είχες στριφογυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στριφογυρίσει
εμείς είχαμε στριφογυρίσει
εσείς είχατε στριφογυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στριφογυρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στριφογυρίσει
εσύ θα έχεις στριφογυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στριφογυρίσει
εμείς θα έχουμε στριφογυρίσει
εσείς θα έχετε στριφογυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στριφογυρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στριφογύριζε
(εσείς) στριφογυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στριφογύρισε
(εσείς) στριφογυρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στριφογυρίζοντας / έχοντας στριφογυρίσει

Απαρέμφατο

στριφογυρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.