Κλίση του ρήματος στοχεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στοχεύω
to target
Πλήρης κλίση του ρήματος στοχεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στοχεύω
εσύ στοχεύεις
αυτός/αυτή/αυτό στοχεύει
εμείς στοχεύουμε
εσείς στοχεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά στοχεύουν / στοχεύουνε

Παρατατικός

εγώ στόχευα
εσύ στόχευες
αυτός/αυτή/αυτό στόχευε
εμείς στοχεύαμε
εσείς στοχεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά στόχευαν / στοχεύαν / στοχεύανε

Αόριστος

εγώ στόχευσα
εσύ στόχευσες
αυτός/αυτή/αυτό στόχευσε
εμείς στοχεύσαμε
εσείς στοχεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στόχευσαν / στοχεύσαν / στοχεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στοχεύω
εσύ θα στοχεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοχεύει
εμείς θα στοχεύουμε
εσείς θα στοχεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοχεύουν / θα στοχεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στοχεύσω
εσύ θα στοχεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοχεύσει
εμείς θα στοχεύσουμε
εσείς θα στοχεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοχεύσουν / θα στοχεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στοχεύσω
εσύ να στοχεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στοχεύσει
εμείς να στοχεύσουμε
εσείς να στοχεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στοχεύσουν / στοχεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στοχεύσει
εσύ έχεις στοχεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στοχεύσει
εμείς έχουμε στοχεύσει
εσείς έχετε στοχεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στοχεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στοχεύσει
εσύ είχες στοχεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στοχεύσει
εμείς είχαμε στοχεύσει
εσείς είχατε στοχεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στοχεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στοχεύσει
εσύ θα έχεις στοχεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στοχεύσει
εμείς θα έχουμε στοχεύσει
εσείς θα έχετε στοχεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στοχεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στόχευε
(εσείς) στοχεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στόχευσε
(εσείς) στοχεύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στοχεύοντας / έχοντας στοχεύσει

Απαρέμφατο

στοχεύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.