to think, contemplate
Πλήρης κλίση του ρήματος στοχάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στοχάζομαι
εσύ στοχάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στοχάζεται
εμείς στοχαζόμαστε
εσείς στοχάζεστε / στοχαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στοχάζονται
Παρατατικός
εγώ στοχαζόμουν / στοχαζόμουνα
εσύ στοχαζόσουν / στοχαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στοχαζόταν / στοχαζότανε
εμείς στοχαζόμασταν / στοχαζόμαστε
εσείς στοχαζόσασταν / στοχαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στοχάζονταν / στοχαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ στοχάστηκα
εσύ στοχάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό στοχάστηκε
εμείς στοχαστήκαμε
εσείς στοχαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοχάστηκαν / στοχαστήκαν / στοχαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στοχάζομαι
εσύ θα στοχάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στοχάζεται
εμείς θα στοχαζόμαστε
εσείς θα στοχάζεστε / θα στοχαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοχάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοχαστώ
εσύ θα στοχαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στοχαστεί
εμείς θα στοχαστούμε
εσείς θα στοχαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοχαστούν / θα στοχαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στοχαστώ
εσύ να στοχαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να στοχαστεί
εμείς να στοχαστούμε
εσείς να στοχαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στοχαστούν / στοχαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στοχαστεί
εσύ έχεις στοχαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στοχαστεί
εμείς έχουμε στοχαστεί
εσείς έχετε στοχαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στοχαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στοχαστεί
εσύ είχες στοχαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στοχαστεί
εμείς είχαμε στοχαστεί
εσείς είχατε στοχαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στοχαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στοχαστεί
εσύ θα έχεις στοχαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στοχαστεί
εμείς θα έχουμε στοχαστεί
εσείς θα έχετε στοχαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στοχαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στοχάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στοχάσου
(εσείς) στοχαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
στοχαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.