Κλίση του ρήματος στοιχηματίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στοιχηματίζω
to bet, wager
Πλήρης κλίση του ρήματος στοιχηματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στοιχηματίζω
εσύ στοιχηματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό στοιχηματίζει
εμείς στοιχηματίζουμε
εσείς στοιχηματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχηματίζουν / στοιχηματίζουνε

Παρατατικός

εγώ στοιχημάτιζα
εσύ στοιχημάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό στοιχημάτιζε
εμείς στοιχηματίζαμε
εσείς στοιχηματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχημάτιζαν / στοιχηματίζαν / στοιχηματίζανε

Αόριστος

εγώ στοιχημάτισα
εσύ στοιχημάτισες
αυτός/αυτή/αυτό στοιχημάτισε
εμείς στοιχηματίσαμε
εσείς στοιχηματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχημάτισαν / στοιχηματίσαν / στοιχηματίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στοιχηματίζω
εσύ θα στοιχηματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχηματίζει
εμείς θα στοιχηματίζουμε
εσείς θα στοιχηματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχηματίζουν / θα στοιχηματίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στοιχηματίσω
εσύ θα στοιχηματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχηματίσει
εμείς θα στοιχηματίσουμε
εσείς θα στοιχηματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχηματίσουν / θα στοιχηματίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στοιχηματίσω
εσύ να στοιχηματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στοιχηματίσει
εμείς να στοιχηματίσουμε
εσείς να στοιχηματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στοιχηματίσουν / στοιχηματίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στοιχηματίσει
εσύ έχεις στοιχηματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στοιχηματίσει
εμείς έχουμε στοιχηματίσει
εσείς έχετε στοιχηματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στοιχηματίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στοιχηματίσει
εσύ είχες στοιχηματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στοιχηματίσει
εμείς είχαμε στοιχηματίσει
εσείς είχατε στοιχηματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στοιχηματίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στοιχηματίσει
εσύ θα έχεις στοιχηματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στοιχηματίσει
εμείς θα έχουμε στοιχηματίσει
εσείς θα έχετε στοιχηματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στοιχηματίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στοιχημάτιζε
(εσείς) στοιχηματίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στοιχημάτισε
(εσείς) στοιχηματίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στοιχηματίζοντας / έχοντας στοιχηματίσει

Απαρέμφατο

στοιχηματίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.