2 διαφορετικά ρήματα « στοιχίζω »:
στοιχίζω — to cost · στοιχίζω — to arrange in rows, lines, line up, dres
to cost
Πλήρης κλίση του ρήματος στοιχίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στοιχίζω
εσύ στοιχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό στοιχίζει
εμείς στοιχίζουμε
εσείς στοιχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχίζουν / στοιχίζουνε
Παρατατικός
εγώ στοίχιζα
εσύ στοίχιζες
αυτός/αυτή/αυτό στοίχιζε
εμείς στοιχίζαμε
εσείς στοιχίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοίχιζαν / στοιχίζαν / στοιχίζανε
Αόριστος
εγώ στοίχισα
εσύ στοίχισες
αυτός/αυτή/αυτό στοίχισε
εμείς στοιχίσαμε
εσείς στοιχίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοίχισαν / στοιχίσαν / στοιχίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στοιχίζω
εσύ θα στοιχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχίζει
εμείς θα στοιχίζουμε
εσείς θα στοιχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχίζουν / θα στοιχίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοιχίσω
εσύ θα στοιχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχίσει
εμείς θα στοιχίσουμε
εσείς θα στοιχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχίσουν / θα στοιχίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στοιχίσω
εσύ να στοιχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στοιχίσει
εμείς να στοιχίσουμε
εσείς να στοιχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στοιχίσουν / στοιχίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στοιχίσει
εσύ έχεις στοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στοιχίσει
εμείς έχουμε στοιχίσει
εσείς έχετε στοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στοιχίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στοιχίσει
εσύ είχες στοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στοιχίσει
εμείς είχαμε στοιχίσει
εσείς είχατε στοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στοιχίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στοιχίσει
εσύ θα έχεις στοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στοιχίσει
εμείς θα έχουμε στοιχίσει
εσείς θα έχετε στοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στοιχίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στοίχιζε
(εσείς) στοιχίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στοίχισε
(εσείς) στοιχίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στοιχίζοντας / έχοντας στοιχίσει
Απαρέμφατο
στοιχίσει
to arrange in rows, lines, line up, dress, align
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στοιχίζω
εσύ στοιχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό στοιχίζει
εμείς στοιχίζουμε
εσείς στοιχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχίζουν / στοιχίζουνε
Παρατατικός
εγώ στοίχιζα
εσύ στοίχιζες
αυτός/αυτή/αυτό στοίχιζε
εμείς στοιχίζαμε
εσείς στοιχίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοίχιζαν / στοιχίζαν / στοιχίζανε
Αόριστος
εγώ στοίχισα
εσύ στοίχισες
αυτός/αυτή/αυτό στοίχισε
εμείς στοιχίσαμε
εσείς στοιχίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοίχισαν / στοιχίσαν / στοιχίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στοιχίζω
εσύ θα στοιχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχίζει
εμείς θα στοιχίζουμε
εσείς θα στοιχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχίζουν / θα στοιχίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοιχίσω
εσύ θα στοιχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχίσει
εμείς θα στοιχίσουμε
εσείς θα στοιχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχίσουν / θα στοιχίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στοιχίσω
εσύ να στοιχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στοιχίσει
εμείς να στοιχίσουμε
εσείς να στοιχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στοιχίσουν / στοιχίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στοιχίσει
εσύ έχεις στοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στοιχίσει
εμείς έχουμε στοιχίσει
εσείς έχετε στοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στοιχίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στοιχίσει
εσύ είχες στοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στοιχίσει
εμείς είχαμε στοιχίσει
εσείς είχατε στοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στοιχίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στοιχίσει
εσύ θα έχεις στοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στοιχίσει
εμείς θα έχουμε στοιχίσει
εσείς θα έχετε στοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στοιχίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στοίχιζε
(εσείς) στοιχίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στοίχισε
(εσείς) στοιχίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στοιχίζομαι
εσύ στοιχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στοιχίζεται
εμείς στοιχιζόμαστε
εσείς στοιχίζεστε / στοιχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχίζονται
Παρατατικός
εγώ στοιχιζόμουν / στοιχιζόμουνα
εσύ στοιχιζόσουν / στοιχιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στοιχιζόταν / στοιχιζότανε
εμείς στοιχιζόμασταν / στοιχιζόμαστε
εσείς στοιχιζόσασταν / στοιχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχίζονταν / στοιχιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ στοιχίστηκα / στοιχήθηκα
εσύ στοιχίστηκες / στοιχήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στοιχίστηκε / στοιχήθηκε
εμείς στοιχιστήκαμε / στοιχηθήκαμε
εσείς στοιχιστήκατε / στοιχηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στοιχίστηκαν / στοιχιστήκαν / στοιχιστήκανε / στοιχήθηκαν / στοιχηθήκαν / στοιχηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στοιχίζομαι
εσύ θα στοιχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχίζεται
εμείς θα στοιχιζόμαστε
εσείς θα στοιχίζεστε / θα στοιχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοιχιστώ / θα στοιχηθώ
εσύ θα στοιχιστείς / θα στοιχηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στοιχιστεί / θα στοιχηθεί
εμείς θα στοιχιστούμε / θα στοιχηθούμε
εσείς θα στοιχιστείτε / θα στοιχηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στοιχιστούν / θα στοιχιστούνε / θα στοιχηθούν / θα στοιχηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στοιχιστώ / στοιχηθώ
εσύ να στοιχιστείς / στοιχηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να στοιχιστεί / στοιχηθεί
εμείς να στοιχιστούμε / στοιχηθούμε
εσείς να στοιχιστείτε / στοιχηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στοιχιστούν / στοιχιστούνε / στοιχηθούν / στοιχηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στοιχιστεί / στοιχηθεί
εσύ έχεις στοιχιστεί / στοιχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στοιχιστεί / στοιχηθεί
εμείς έχουμε στοιχιστεί / στοιχηθεί
εσείς έχετε στοιχιστεί / στοιχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στοιχιστεί / στοιχηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στοιχιστεί / στοιχηθεί
εσύ είχες στοιχιστεί / στοιχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στοιχιστεί / στοιχηθεί
εμείς είχαμε στοιχιστεί / στοιχηθεί
εσείς είχατε στοιχιστεί / στοιχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στοιχιστεί / στοιχηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στοιχιστεί / στοιχηθεί
εσύ θα έχεις στοιχιστεί / στοιχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στοιχιστεί / στοιχηθεί
εμείς θα έχουμε στοιχιστεί / στοιχηθεί
εσείς θα έχετε στοιχιστεί / στοιχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στοιχιστεί / στοιχηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στοιχίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στοιχίσου
(εσείς) στοιχιστείτε / στοιχηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στοιχίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας στοιχίσει
Μετοχή παρακειμένου
στοιχισμένος, -η, -ο / στοιχημένοςμένος
Απαρέμφατο
στοιχίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
στοιχιστεί / στοιχηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.