Κλίση του ρήματος στιγματίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στιγματίζω
to stigmatise (UK), stigmatize (US); brand, label
Πλήρης κλίση του ρήματος στιγματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στιγματίζω
εσύ στιγματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό στιγματίζει
εμείς στιγματίζουμε
εσείς στιγματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στιγματίζουν / στιγματίζουνε

Παρατατικός

εγώ στιγμάτιζα
εσύ στιγμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό στιγμάτιζε
εμείς στιγματίζαμε
εσείς στιγματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στιγμάτιζαν / στιγματίζαν / στιγματίζανε

Αόριστος

εγώ στιγμάτισα
εσύ στιγμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό στιγμάτισε
εμείς στιγματίσαμε
εσείς στιγματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στιγμάτισαν / στιγματίσαν / στιγματίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στιγματίζω
εσύ θα στιγματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στιγματίζει
εμείς θα στιγματίζουμε
εσείς θα στιγματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στιγματίζουν / θα στιγματίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στιγματίσω
εσύ θα στιγματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στιγματίσει
εμείς θα στιγματίσουμε
εσείς θα στιγματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στιγματίσουν / θα στιγματίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στιγματίσω
εσύ να στιγματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στιγματίσει
εμείς να στιγματίσουμε
εσείς να στιγματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στιγματίσουν / στιγματίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στιγματίσει
εσύ έχεις στιγματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στιγματίσει
εμείς έχουμε στιγματίσει
εσείς έχετε στιγματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στιγματίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στιγματίσει
εσύ είχες στιγματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στιγματίσει
εμείς είχαμε στιγματίσει
εσείς είχατε στιγματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στιγματίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στιγματίσει
εσύ θα έχεις στιγματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στιγματίσει
εμείς θα έχουμε στιγματίσει
εσείς θα έχετε στιγματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στιγματίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στιγμάτιζε
(εσείς) στιγματίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στιγμάτισε
(εσείς) στιγματίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στιγματίζομαι
εσύ στιγματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στιγματίζεται
εμείς στιγματιζόμαστε
εσείς στιγματίζεστε / στιγματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στιγματίζονται

Παρατατικός

εγώ στιγματιζόμουν / στιγματιζόμουνα
εσύ στιγματιζόσουν / στιγματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στιγματιζόταν / στιγματιζότανε
εμείς στιγματιζόμασταν / στιγματιζόμαστε
εσείς στιγματιζόσασταν / στιγματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στιγματίζονταν / στιγματιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ στιγματίστηκα
εσύ στιγματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό στιγματίστηκε
εμείς στιγματιστήκαμε
εσείς στιγματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στιγματίστηκαν / στιγματιστήκαν / στιγματιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στιγματίζομαι
εσύ θα στιγματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στιγματίζεται
εμείς θα στιγματιζόμαστε
εσείς θα στιγματίζεστε / θα στιγματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στιγματίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στιγματιστώ
εσύ θα στιγματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στιγματιστεί
εμείς θα στιγματιστούμε
εσείς θα στιγματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στιγματιστούν / θα στιγματιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στιγματιστώ
εσύ να στιγματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να στιγματιστεί
εμείς να στιγματιστούμε
εσείς να στιγματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στιγματιστούν / στιγματιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στιγματιστεί
εσύ έχεις στιγματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στιγματιστεί
εμείς έχουμε στιγματιστεί
εσείς έχετε στιγματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στιγματιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στιγματιστεί
εσύ είχες στιγματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στιγματιστεί
εμείς είχαμε στιγματιστεί
εσείς είχατε στιγματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στιγματιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στιγματιστεί
εσύ θα έχεις στιγματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στιγματιστεί
εμείς θα έχουμε στιγματιστεί
εσείς θα έχετε στιγματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στιγματιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) στιγματίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στιγματίσου
(εσείς) στιγματιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στιγματίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας στιγματίσει

Μετοχή παρακειμένου

στιγματισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

στιγματίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

στιγματιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.