Κλίση του ρήματος στεριώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στεριώνω
to become solid, to solidify, to become firm
Πλήρης κλίση του ρήματος στεριώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στεριώνω
εσύ στεριώνεις
αυτός/αυτή/αυτό στεριώνει
εμείς στεριώνουμε
εσείς στεριώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά στεριώνουν / στεριώνουνε

Παρατατικός

εγώ στέριωνα
εσύ στέριωνες
αυτός/αυτή/αυτό στέριωνε
εμείς στεριώναμε
εσείς στεριώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέριωναν / στεριώναν / στεριώνανε

Αόριστος

εγώ στέριωσα
εσύ στέριωσες
αυτός/αυτή/αυτό στέριωσε
εμείς στεριώσαμε
εσείς στεριώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέριωσαν / στεριώσαν / στεριώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στεριώνω
εσύ θα στεριώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στεριώνει
εμείς θα στεριώνουμε
εσείς θα στεριώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεριώνουν / θα στεριώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στεριώσω
εσύ θα στεριώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στεριώσει
εμείς θα στεριώσουμε
εσείς θα στεριώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεριώσουν / θα στεριώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στεριώσω
εσύ να στεριώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στεριώσει
εμείς να στεριώσουμε
εσείς να στεριώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στεριώσουν / στεριώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στεριώσει
εσύ έχεις στεριώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στεριώσει
εμείς έχουμε στεριώσει
εσείς έχετε στεριώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στεριώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στεριώσει
εσύ είχες στεριώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στεριώσει
εμείς είχαμε στεριώσει
εσείς είχατε στεριώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στεριώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στεριώσει
εσύ θα έχεις στεριώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στεριώσει
εμείς θα έχουμε στεριώσει
εσείς θα έχετε στεριώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στεριώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στέριωνε
(εσείς) στεριώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στέριωσε
(εσείς) στεριώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στεριώνομαι
εσύ στεριώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στεριώνεται
εμείς στεριωνόμαστε
εσείς στεριώνεστε / στεριωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στεριώνονται

Παρατατικός

εγώ στεριωνόμουν / στεριωνόμουνα
εσύ στεριωνόσουν / στεριωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στεριωνόταν / στεριωνότανε
εμείς στεριωνόμασταν / στεριωνόμαστε
εσείς στεριωνόσασταν / στεριωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στεριώνονταν / στεριωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ στεριώθηκα
εσύ στεριώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στεριώθηκε
εμείς στεριωθήκαμε
εσείς στεριωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στεριώθηκαν / στεριωθήκαν / στεριωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στεριώνομαι
εσύ θα στεριώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στεριώνεται
εμείς θα στεριωνόμαστε
εσείς θα στεριώνεστε / θα στεριωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεριώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στεριωθώ
εσύ θα στεριωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στεριωθεί
εμείς θα στεριωθούμε
εσείς θα στεριωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεριωθούν / θα στεριωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στεριωθώ
εσύ να στεριωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να στεριωθεί
εμείς να στεριωθούμε
εσείς να στεριωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στεριωθούν / στεριωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στεριωθεί
εσύ έχεις στεριωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στεριωθεί
εμείς έχουμε στεριωθεί
εσείς έχετε στεριωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στεριωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στεριωθεί
εσύ είχες στεριωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στεριωθεί
εμείς είχαμε στεριωθεί
εσείς είχατε στεριωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στεριωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στεριωθεί
εσύ θα έχεις στεριωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στεριωθεί
εμείς θα έχουμε στεριωθεί
εσείς θα έχετε στεριωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στεριωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) στεριώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στεριώσου
(εσείς) στεριωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στεριώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας στεριώσει

Μετοχή παρακειμένου

στεριωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

στεριώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

στεριωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.