Κλίση του ρήματος στερεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στερεύω
to become barren
Πλήρης κλίση του ρήματος στερεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στερεύω
εσύ στερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό στερεύει
εμείς στερεύουμε
εσείς στερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά στερεύουν / στερεύουνε

Παρατατικός

εγώ στέρευα
εσύ στέρευες
αυτός/αυτή/αυτό στέρευε
εμείς στερεύαμε
εσείς στερεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέρευαν / στερεύαν / στερεύανε

Αόριστος

εγώ στέρεψα
εσύ στέρεψες
αυτός/αυτή/αυτό στέρεψε
εμείς στερέψαμε
εσείς στερέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέρεψαν / στερέψαν / στερέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στερεύω
εσύ θα στερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στερεύει
εμείς θα στερεύουμε
εσείς θα στερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στερεύουν / θα στερεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στερέψω
εσύ θα στερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στερέψει
εμείς θα στερέψουμε
εσείς θα στερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στερέψουν / θα στερέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στερέψω
εσύ να στερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να στερέψει
εμείς να στερέψουμε
εσείς να στερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στερέψουν / στερέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στερέψει
εσύ έχεις στερέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στερέψει
εμείς έχουμε στερέψει
εσείς έχετε στερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στερέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στερέψει
εσύ είχες στερέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στερέψει
εμείς είχαμε στερέψει
εσείς είχατε στερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στερέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στερέψει
εσύ θα έχεις στερέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στερέψει
εμείς θα έχουμε στερέψει
εσείς θα έχετε στερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στερέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στέρευε
(εσείς) στερεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στέρεψε / στέρευ' ¹
(εσείς) στερέψτε / στερεύτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στερεύοντας / έχοντας στερέψει

Απαρέμφατο

στερέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.