to sadden, to grieve, to distress
Πλήρης κλίση του ρήματος στενοχωρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στενοχωρώ
εσύ στενοχωρείς
αυτός/αυτή/αυτό στενοχωρεί
εμείς στενοχωρούμε
εσείς στενοχωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά στενοχωρούν / στενοχωρούνε
Παρατατικός
εγώ στενοχωρούσα
εσύ στενοχωρούσες
αυτός/αυτή/αυτό στενοχωρούσε
εμείς στενοχωρούσαμε
εσείς στενοχωρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στενοχωρούσαν / στενοχωρούσανε
Αόριστος
εγώ στενοχώρησα / στενοχώρεσα
εσύ στενοχώρησες / στενοχώρεσες
αυτός/αυτή/αυτό στενοχώρησε / στενοχώρεσε
εμείς στενοχωρήσαμε / στενοχωρέσαμε
εσείς στενοχωρήσατε / στενοχωρέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στενοχώρησαν / στενοχωρήσαν / στενοχωρήσανε / στενοχώρεσαν / στενοχωρέσαν / στενοχωρέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στενοχωρώ
εσύ θα στενοχωρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στενοχωρεί
εμείς θα στενοχωρούμε
εσείς θα στενοχωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στενοχωρούν / θα στενοχωρούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στενοχωρήσω / θα στενοχωρέσω
εσύ θα στενοχωρήσεις / θα στενοχωρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στενοχωρήσει / θα στενοχωρέσει
εμείς θα στενοχωρήσουμε / θα στενοχωρέσουμε
εσείς θα στενοχωρήσετε / θα στενοχωρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στενοχωρήσουν / θα στενοχωρήσουνε / θα στενοχωρέσουν / θα στενοχωρέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στενοχωρήσω / στενοχωρέσω
εσύ να στενοχωρήσεις / στενοχωρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εμείς να στενοχωρήσουμε / στενοχωρέσουμε
εσείς να στενοχωρήσετε / στενοχωρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στενοχωρήσουν / στενοχωρήσουνε / στενοχωρέσουν / στενοχωρέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εσύ έχεις στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εμείς έχουμε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εσείς έχετε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εσύ είχες στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εμείς είχαμε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εσείς είχατε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εσύ θα έχεις στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εμείς θα έχουμε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
εσείς θα έχετε στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στενοχωρείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στενοχώρησε / στενοχώρεσε / στενοχώρα
(εσείς) στενοχωρήστε / στενοχωρέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στενοχωρούμαι - στενοχωριέμαι
εσύ στενοχωρείσαι - στενοχωριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό στενοχωρείται - στενοχωριέται
εμείς στενοχωρούμαστε - στενοχωριόμαστε
εσείς στενοχωρείστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στενοχωρούνται - στενοχωριέστε / ‑ιόσαστε
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό στενοχωρούνταν
εμείς στενοχωρούμασταν / - στενοχωριόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στενοχωρούνταν / στενοχωριόντουσαν / στενοχωριούνταν
Αόριστος
εγώ στενοχωρήθηκα / στενοχωρέθηκα
εσύ στενοχωρήθηκες / στενοχωρέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στενοχωρήθηκε / στενοχωρέθηκε
εμείς στενοχωρηθήκαμε / στενοχωρεθήκαμε
εσείς στενοχωρηθήκατε / στενοχωρεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στενοχωρήθηκαν / στενοχωρηθήκαν / στενοχωρηθήκανε / στενοχωρέθηκαν / στενοχωρεθήκαν / στενοχωρεθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στενοχωρούμαι - στενοχωριέμαι
εσύ θα στενοχωρείσαι - στενοχωριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στενοχωρείται - στενοχωριέται
εμείς θα στενοχωρούμαστε - στενοχωριόμαστε
εσείς θα στενοχωρείστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στενοχωρούνται - στενοχωριέστε / θα ‑ιόσαστε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στενοχωρηθώ / θα στενοχωρεθώ
εσύ θα στενοχωρηθείς / θα στενοχωρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στενοχωρηθεί / θα στενοχωρεθεί
εμείς θα στενοχωρηθούμε / θα στενοχωρεθούμε
εσείς θα στενοχωρηθείτε / θα στενοχωρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στενοχωρηθούν / θα στενοχωρηθούνε / θα στενοχωρεθούν / θα στενοχωρεθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στενοχωρηθώ / στενοχωρεθώ
εσύ να στενοχωρηθείς / στενοχωρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εμείς να στενοχωρηθούμε / στενοχωρεθούμε
εσείς να στενοχωρηθείτε / στενοχωρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στενοχωρηθούν / στενοχωρηθούνε / στενοχωρεθούν / στενοχωρεθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εσύ έχεις στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εμείς έχουμε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εσείς έχετε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εσύ είχες στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εμείς είχαμε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εσείς είχατε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εσύ θα έχεις στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εμείς θα έχουμε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
εσείς θα έχετε στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στενοχωρείστε / στενοχωρείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στενοχωρήσου / στενοχωρέσου
(εσείς) στενοχωρηθείτε / στενοχωρεθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στενοχωρώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας στενοχωρήσει
Μετοχή παρακειμένου
στενοχωρημένος / στενοχωρεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
στενοχωρήσει / στενοχωρέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
στενοχωρηθεί / στενοχωρεθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.