to neuter, to sterilise (UK), sterilize (US), to spay (make unable to reproduce)
Πλήρης κλίση του ρήματος στειρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στειρώνω
εσύ στειρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό στειρώνει
εμείς στειρώνουμε
εσείς στειρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά στειρώνουν / στειρώνουνε
Παρατατικός
εγώ στείρωνα
εσύ στείρωνες
αυτός/αυτή/αυτό στείρωνε
εμείς στειρώναμε
εσείς στειρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά στείρωναν / στειρώναν / στειρώνανε
Αόριστος
εγώ στείρωσα
εσύ στείρωσες
αυτός/αυτή/αυτό στείρωσε
εμείς στειρώσαμε
εσείς στειρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στείρωσαν / στειρώσαν / στειρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στειρώνω
εσύ θα στειρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στειρώνει
εμείς θα στειρώνουμε
εσείς θα στειρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στειρώνουν / θα στειρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στειρώσω
εσύ θα στειρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στειρώσει
εμείς θα στειρώσουμε
εσείς θα στειρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στειρώσουν / θα στειρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στειρώσω
εσύ να στειρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στειρώσει
εμείς να στειρώσουμε
εσείς να στειρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στειρώσουν / στειρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στειρώσει
εσύ έχεις στειρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στειρώσει
εμείς έχουμε στειρώσει
εσείς έχετε στειρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στειρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στειρώσει
εσύ είχες στειρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στειρώσει
εμείς είχαμε στειρώσει
εσείς είχατε στειρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στειρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στειρώσει
εσύ θα έχεις στειρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στειρώσει
εμείς θα έχουμε στειρώσει
εσείς θα έχετε στειρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στειρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στείρωνε
(εσείς) στειρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στείρωσε
(εσείς) στειρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στειρώνομαι
εσύ στειρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στειρώνεται
εμείς στειρωνόμαστε
εσείς στειρώνεστε / στειρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στειρώνονται
Παρατατικός
εγώ στειρωνόμουν / στειρωνόμουνα
εσύ στειρωνόσουν / στειρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στειρωνόταν / στειρωνότανε
εμείς στειρωνόμασταν / στειρωνόμαστε
εσείς στειρωνόσασταν / στειρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στειρώνονταν / στειρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ στειρώθηκα
εσύ στειρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στειρώθηκε
εμείς στειρωθήκαμε
εσείς στειρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στειρώθηκαν / στειρωθήκαν / στειρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στειρώνομαι
εσύ θα στειρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στειρώνεται
εμείς θα στειρωνόμαστε
εσείς θα στειρώνεστε / θα στειρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στειρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στειρωθώ
εσύ θα στειρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στειρωθεί
εμείς θα στειρωθούμε
εσείς θα στειρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στειρωθούν / θα στειρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στειρωθώ
εσύ να στειρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να στειρωθεί
εμείς να στειρωθούμε
εσείς να στειρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στειρωθούν / στειρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στειρωθεί
εσύ έχεις στειρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στειρωθεί
εμείς έχουμε στειρωθεί
εσείς έχετε στειρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στειρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στειρωθεί
εσύ είχες στειρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στειρωθεί
εμείς είχαμε στειρωθεί
εσείς είχατε στειρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στειρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στειρωθεί
εσύ θα έχεις στειρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στειρωθεί
εμείς θα έχουμε στειρωθεί
εσείς θα έχετε στειρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στειρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στειρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στειρώσου
(εσείς) στειρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στειρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας στειρώσει
Μετοχή παρακειμένου
στειρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
στειρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
στειρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.