Κλίση του ρήματος στεγνώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στεγνώνω
to dry
Πλήρης κλίση του ρήματος στεγνώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στεγνώνω
εσύ στεγνώνεις
αυτός/αυτή/αυτό στεγνώνει
εμείς στεγνώνουμε
εσείς στεγνώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά στεγνώνουν / στεγνώνουνε

Παρατατικός

εγώ στέγνωνα
εσύ στέγνωνες
αυτός/αυτή/αυτό στέγνωνε
εμείς στεγνώναμε
εσείς στεγνώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέγνωναν / στεγνώναν / στεγνώνανε

Αόριστος

εγώ στέγνωσα
εσύ στέγνωσες
αυτός/αυτή/αυτό στέγνωσε
εμείς στεγνώσαμε
εσείς στεγνώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέγνωσαν / στεγνώσαν / στεγνώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στεγνώνω
εσύ θα στεγνώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στεγνώνει
εμείς θα στεγνώνουμε
εσείς θα στεγνώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεγνώνουν / θα στεγνώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στεγνώσω
εσύ θα στεγνώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στεγνώσει
εμείς θα στεγνώσουμε
εσείς θα στεγνώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεγνώσουν / θα στεγνώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στεγνώσω
εσύ να στεγνώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στεγνώσει
εμείς να στεγνώσουμε
εσείς να στεγνώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στεγνώσουν / στεγνώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στεγνώσει
εσύ έχεις στεγνώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στεγνώσει
εμείς έχουμε στεγνώσει
εσείς έχετε στεγνώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στεγνώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στεγνώσει
εσύ είχες στεγνώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στεγνώσει
εμείς είχαμε στεγνώσει
εσείς είχατε στεγνώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στεγνώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στεγνώσει
εσύ θα έχεις στεγνώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στεγνώσει
εμείς θα έχουμε στεγνώσει
εσείς θα έχετε στεγνώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στεγνώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στέγνωνε
(εσείς) στεγνώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στέγνωσε
(εσείς) στεγνώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στεγνώνοντας / έχοντας στεγνώσει

Απαρέμφατο

στεγνώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.