to roof (to cover or furnish with a roof)
Πλήρης κλίση του ρήματος στεγάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στεγάζω
εσύ στεγάζεις
αυτός/αυτή/αυτό στεγάζει
εμείς στεγάζουμε
εσείς στεγάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στεγάζουν / στεγάζουνε
Παρατατικός
εγώ στέγαζα
εσύ στέγαζες
αυτός/αυτή/αυτό στέγαζε
εμείς στεγάζαμε
εσείς στεγάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέγαζαν / στεγάζαν / στεγάζανε
Αόριστος
εγώ στέγασα
εσύ στέγασες
αυτός/αυτή/αυτό στέγασε
εμείς στεγάσαμε
εσείς στεγάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέγασαν / στεγάσαν / στεγάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στεγάζω
εσύ θα στεγάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στεγάζει
εμείς θα στεγάζουμε
εσείς θα στεγάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεγάζουν / θα στεγάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεγάσω
εσύ θα στεγάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στεγάσει
εμείς θα στεγάσουμε
εσείς θα στεγάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεγάσουν / θα στεγάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στεγάσω
εσύ να στεγάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να στεγάσει
εμείς να στεγάσουμε
εσείς να στεγάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στεγάσουν / στεγάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στεγάσει
εσύ έχεις στεγάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στεγάσει
εμείς έχουμε στεγάσει
εσείς έχετε στεγάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στεγάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στεγάσει
εσύ είχες στεγάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στεγάσει
εμείς είχαμε στεγάσει
εσείς είχατε στεγάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στεγάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στεγάσει
εσύ θα έχεις στεγάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στεγάσει
εμείς θα έχουμε στεγάσει
εσείς θα έχετε στεγάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στεγάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στέγαζε
(εσείς) στεγάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στέγασε
(εσείς) στεγάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στεγάζομαι
εσύ στεγάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στεγάζεται
εμείς στεγαζόμαστε
εσείς στεγάζεστε / στεγαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στεγάζονται
Παρατατικός
εγώ στεγαζόμουν / στεγαζόμουνα
εσύ στεγαζόσουν / στεγαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στεγαζόταν / στεγαζότανε
εμείς στεγαζόμασταν / στεγαζόμαστε
εσείς στεγαζόσασταν / στεγαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στεγάζονταν / στεγαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ στεγάστηκα / στεγάσθηκα
εσύ στεγάστηκες / στεγάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στεγάστηκε / στεγάσθηκε
εμείς στεγαστήκαμε / στεγασθήκαμε
εσείς στεγαστήκατε / στεγασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στεγάστηκαν / στεγαστήκαν / στεγαστήκανε / στεγάσθηκαν / στεγασθήκαν / στεγασθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στεγάζομαι
εσύ θα στεγάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στεγάζεται
εμείς θα στεγαζόμαστε
εσείς θα στεγάζεστε / θα στεγαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεγάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεγαστώ / θα στεγασθώ
εσύ θα στεγαστείς / θα στεγασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στεγαστεί / θα στεγασθεί
εμείς θα στεγαστούμε / θα στεγασθούμε
εσείς θα στεγαστείτε / θα στεγασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στεγαστούν / θα στεγαστούνε / θα στεγασθούν / θα στεγασθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στεγαστώ / στεγασθώ
εσύ να στεγαστείς / στεγασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να στεγαστεί / στεγασθεί
εμείς να στεγαστούμε / στεγασθούμε
εσείς να στεγαστείτε / στεγασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στεγαστούν / στεγαστούνε / στεγασθούν / στεγασθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στεγαστεί / στεγασθεί
εσύ έχεις στεγαστεί / στεγασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στεγαστεί / στεγασθεί
εμείς έχουμε στεγαστεί / στεγασθεί
εσείς έχετε στεγαστεί / στεγασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στεγαστεί / στεγασθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στεγαστεί / στεγασθεί
εσύ είχες στεγαστεί / στεγασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στεγαστεί / στεγασθεί
εμείς είχαμε στεγαστεί / στεγασθεί
εσείς είχατε στεγαστεί / στεγασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στεγαστεί / στεγασθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στεγαστεί / στεγασθεί
εσύ θα έχεις στεγαστεί / στεγασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στεγαστεί / στεγασθεί
εμείς θα έχουμε στεγαστεί / στεγασθεί
εσείς θα έχετε στεγαστεί / στεγασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στεγαστεί / στεγασθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στεγάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στεγάσου
(εσείς) στεγαστείτε / στεγασθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στεγάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας στεγάσει
Μετοχή παρακειμένου
στεγασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
στεγάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
στεγαστεί / στεγασθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.