Κλίση του ρήματος σταυρώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σταυρώνω
to crucify (to execute (a person) by nailing to a cross)
Πλήρης κλίση του ρήματος σταυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σταυρώνω
εσύ σταυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό σταυρώνει
εμείς σταυρώνουμε
εσείς σταυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σταυρώνουν / σταυρώνουνε

Παρατατικός

εγώ σταύρωνα
εσύ σταύρωνες
αυτός/αυτή/αυτό σταύρωνε
εμείς σταυρώναμε
εσείς σταυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά σταύρωναν / σταυρώναν / σταυρώνανε

Αόριστος

εγώ σταύρωσα
εσύ σταύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό σταύρωσε
εμείς σταυρώσαμε
εσείς σταυρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σταύρωσαν / σταυρώσαν / σταυρώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σταυρώνω
εσύ θα σταυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταυρώνει
εμείς θα σταυρώνουμε
εσείς θα σταυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταυρώνουν / θα σταυρώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σταυρώσω
εσύ θα σταυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταυρώσει
εμείς θα σταυρώσουμε
εσείς θα σταυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταυρώσουν / θα σταυρώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σταυρώσω
εσύ να σταυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σταυρώσει
εμείς να σταυρώσουμε
εσείς να σταυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταυρώσουν / σταυρώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σταυρώσει
εσύ έχεις σταυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταυρώσει
εμείς έχουμε σταυρώσει
εσείς έχετε σταυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταυρώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σταυρώσει
εσύ είχες σταυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταυρώσει
εμείς είχαμε σταυρώσει
εσείς είχατε σταυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταυρώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σταυρώσει
εσύ θα έχεις σταυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταυρώσει
εμείς θα έχουμε σταυρώσει
εσείς θα έχετε σταυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταυρώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σταύρωνε
(εσείς) σταυρώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σταύρωσε
(εσείς) σταυρώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σταυρώνομαι
εσύ σταυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σταυρώνεται
εμείς σταυρωνόμαστε
εσείς σταυρώνεστε / σταυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σταυρώνονται

Παρατατικός

εγώ σταυρωνόμουν / σταυρωνόμουνα
εσύ σταυρωνόσουν / σταυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σταυρωνόταν / σταυρωνότανε
εμείς σταυρωνόμασταν / σταυρωνόμαστε
εσείς σταυρωνόσασταν / σταυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σταυρώνονταν / σταυρωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ σταυρώθηκα
εσύ σταυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σταυρώθηκε
εμείς σταυρωθήκαμε
εσείς σταυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σταυρώθηκαν / σταυρωθήκαν / σταυρωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σταυρώνομαι
εσύ θα σταυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σταυρώνεται
εμείς θα σταυρωνόμαστε
εσείς θα σταυρώνεστε / θα σταυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταυρώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σταυρωθώ
εσύ θα σταυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σταυρωθεί
εμείς θα σταυρωθούμε
εσείς θα σταυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταυρωθούν / θα σταυρωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σταυρωθώ
εσύ να σταυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σταυρωθεί
εμείς να σταυρωθούμε
εσείς να σταυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταυρωθούν / σταυρωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σταυρωθεί
εσύ έχεις σταυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταυρωθεί
εμείς έχουμε σταυρωθεί
εσείς έχετε σταυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταυρωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σταυρωθεί
εσύ είχες σταυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταυρωθεί
εμείς είχαμε σταυρωθεί
εσείς είχατε σταυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταυρωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σταυρωθεί
εσύ θα έχεις σταυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταυρωθεί
εμείς θα έχουμε σταυρωθεί
εσείς θα έχετε σταυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταυρωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σταυρώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σταυρώσου
(εσείς) σταυρωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σταυρώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σταυρώσει

Μετοχή παρακειμένου

σταυρωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σταυρώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σταυρωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.