to drip (to let fall in drops)
Πλήρης κλίση του ρήματος σταλάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σταλάζω
εσύ σταλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό σταλάζει
εμείς σταλάζουμε
εσείς σταλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σταλάζουν / σταλάζουνε
Παρατατικός
εγώ στάλαζα
εσύ στάλαζες
αυτός/αυτή/αυτό στάλαζε
εμείς σταλάζαμε
εσείς σταλάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά στάλαζαν / σταλάζαν / σταλάζανε
Αόριστος
εγώ στάλαξα
εσύ στάλαξες
αυτός/αυτή/αυτό στάλαξε
εμείς σταλάξαμε
εσείς σταλάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά στάλαξαν / σταλάξαν / σταλάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σταλάζω
εσύ θα σταλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταλάζει
εμείς θα σταλάζουμε
εσείς θα σταλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταλάζουν / θα σταλάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταλάξω
εσύ θα σταλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταλάξει
εμείς θα σταλάξουμε
εσείς θα σταλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταλάξουν / θα σταλάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σταλάξω
εσύ να σταλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να σταλάξει
εμείς να σταλάξουμε
εσείς να σταλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταλάξουν / σταλάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σταλάξει
εσύ έχεις σταλάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταλάξει
εμείς έχουμε σταλάξει
εσείς έχετε σταλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταλάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σταλάξει
εσύ είχες σταλάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταλάξει
εμείς είχαμε σταλάξει
εσείς είχατε σταλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταλάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σταλάξει
εσύ θα έχεις σταλάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταλάξει
εμείς θα έχουμε σταλάξει
εσείς θα έχετε σταλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταλάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στάλαζε
(εσείς) σταλάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στάλαξε
(εσείς) σταλάξτε / σταλάχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σταλάζοντας / έχοντας σταλάξει
Απαρέμφατο
σταλάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.