to park
Πλήρης κλίση του ρήματος σταθμεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σταθμεύω
εσύ σταθμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό σταθμεύει
εμείς σταθμεύουμε
εσείς σταθμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθμεύουν / σταθμεύουνε
Παρατατικός
εγώ στάθμευα
εσύ στάθμευες
αυτός/αυτή/αυτό στάθμευε
εμείς σταθμεύαμε
εσείς σταθμεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά στάθμευαν / σταθμεύαν / σταθμεύανε
Αόριστος
εγώ στάθμευσα
εσύ στάθμευσες
αυτός/αυτή/αυτό στάθμευσε
εμείς σταθμεύσαμε
εσείς σταθμεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά στάθμευσαν / σταθμεύσαν / σταθμεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σταθμεύω
εσύ θα σταθμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθμεύει
εμείς θα σταθμεύουμε
εσείς θα σταθμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθμεύουν / θα σταθμεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταθμεύσω
εσύ θα σταθμεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθμεύσει
εμείς θα σταθμεύσουμε
εσείς θα σταθμεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθμεύσουν / θα σταθμεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σταθμεύσω
εσύ να σταθμεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σταθμεύσει
εμείς να σταθμεύσουμε
εσείς να σταθμεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταθμεύσουν / σταθμεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σταθμεύσει
εσύ έχεις σταθμεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταθμεύσει
εμείς έχουμε σταθμεύσει
εσείς έχετε σταθμεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταθμεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σταθμεύσει
εσύ είχες σταθμεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταθμεύσει
εμείς είχαμε σταθμεύσει
εσείς είχατε σταθμεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταθμεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σταθμεύσει
εσύ θα έχεις σταθμεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταθμεύσει
εμείς θα έχουμε σταθμεύσει
εσείς θα έχετε σταθμεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταθμεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στάθμευε
(εσείς) σταθμεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στάθμευσε
(εσείς) σταθμεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σταθμεύοντας / έχοντας σταθμεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σταθμευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σταθμεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.