Κλίση του ρήματος σταθεροποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σταθεροποιώ
to stabilize
Πλήρης κλίση του ρήματος σταθεροποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σταθεροποιώ
εσύ σταθεροποιείς
αυτός/αυτή/αυτό σταθεροποιεί
εμείς σταθεροποιούμε
εσείς σταθεροποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθεροποιούν / σταθεροποιούνε

Παρατατικός

εγώ σταθεροποιούσα
εσύ σταθεροποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό σταθεροποιούσε
εμείς σταθεροποιούσαμε
εσείς σταθεροποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθεροποιούσαν / σταθεροποιούσανε

Αόριστος

εγώ σταθεροποίησα
εσύ σταθεροποίησες
αυτός/αυτή/αυτό σταθεροποίησε
εμείς σταθεροποιήσαμε
εσείς σταθεροποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθεροποίησαν / σταθεροποιήσαν / σταθεροποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σταθεροποιώ
εσύ θα σταθεροποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθεροποιεί
εμείς θα σταθεροποιούμε
εσείς θα σταθεροποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθεροποιούν / θα σταθεροποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σταθεροποιήσω
εσύ θα σταθεροποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθεροποιήσει
εμείς θα σταθεροποιήσουμε
εσείς θα σταθεροποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθεροποιήσουν / θα σταθεροποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σταθεροποιήσω
εσύ να σταθεροποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σταθεροποιήσει
εμείς να σταθεροποιήσουμε
εσείς να σταθεροποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταθεροποιήσουν / σταθεροποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σταθεροποιήσει
εσύ έχεις σταθεροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταθεροποιήσει
εμείς έχουμε σταθεροποιήσει
εσείς έχετε σταθεροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταθεροποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σταθεροποιήσει
εσύ είχες σταθεροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταθεροποιήσει
εμείς είχαμε σταθεροποιήσει
εσείς είχατε σταθεροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταθεροποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σταθεροποιήσει
εσύ θα έχεις σταθεροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταθεροποιήσει
εμείς θα έχουμε σταθεροποιήσει
εσείς θα έχετε σταθεροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταθεροποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σταθεροποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σταθεροποίησε
(εσείς) σταθεροποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σταθεροποιούμαι
εσύ σταθεροποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό σταθεροποιείται
εμείς σταθεροποιούμαστε / σταθεροποιόμαστε
εσείς σταθεροποιείστε / σταθεροποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθεροποιούνται

Παρατατικός

εγώ σταθεροποιούμουν / σταθεροποιούμουνα / σταθεροποιόμουν / σταθεροποιόμουνα
εσύ σταθεροποιόσουν / σταθεροποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σταθεροποιούνταν / σταθεροποιόταν / σταθεροποιότανε / σταθεροποιείτο
εμείς σταθεροποιούμασταν / ‑ούμαστε / σταθεροποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς σταθεροποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθεροποιούνταν / σταθεροποιόνταν / σταθεροποιόντανε / σταθεροποιόντουσαν / σταθεροποιούντο

Αόριστος

εγώ σταθεροποιήθηκα
εσύ σταθεροποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σταθεροποιήθηκε
εμείς σταθεροποιηθήκαμε
εσείς σταθεροποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σταθεροποιήθηκαν / σταθεροποιηθήκαν / σταθεροποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σταθεροποιούμαι
εσύ θα σταθεροποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθεροποιείται
εμείς θα σταθεροποιούμαστε / θα σταθεροποιόμαστε
εσείς θα σταθεροποιείστε / θα σταθεροποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθεροποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σταθεροποιηθώ
εσύ θα σταθεροποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθεροποιηθεί
εμείς θα σταθεροποιηθούμε
εσείς θα σταθεροποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθεροποιηθούν / θα σταθεροποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σταθεροποιηθώ
εσύ να σταθεροποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σταθεροποιηθεί
εμείς να σταθεροποιηθούμε
εσείς να σταθεροποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταθεροποιηθούν / σταθεροποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σταθεροποιηθεί
εσύ έχεις σταθεροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταθεροποιηθεί
εμείς έχουμε σταθεροποιηθεί
εσείς έχετε σταθεροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταθεροποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σταθεροποιηθεί
εσύ είχες σταθεροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταθεροποιηθεί
εμείς είχαμε σταθεροποιηθεί
εσείς είχατε σταθεροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταθεροποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σταθεροποιηθεί
εσύ θα έχεις σταθεροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταθεροποιηθεί
εμείς θα έχουμε σταθεροποιηθεί
εσείς θα έχετε σταθεροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταθεροποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σταθεροποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σταθεροποιήσου
(εσείς) σταθεροποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σταθεροποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σταθεροποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

σταθεροποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

σταθεροποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σταθεροποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σταθεροποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.