Κλίση του ρήματος στίβω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

στίβω
alternative form of στύβω (stývo)
Πλήρης κλίση του ρήματος στίβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στίβω
εσύ στίβεις
αυτός/αυτή/αυτό στίβει
εμείς στίβουμε
εσείς στίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά στίβουν / στίβουνε

Παρατατικός

εγώ έστιβα
εσύ έστιβες
αυτός/αυτή/αυτό έστιβε
εμείς στίβαμε
εσείς στίβατε
αυτοί/αυτές/αυτά έστιβαν / στίβαν / στίβανε

Αόριστος

εγώ έστιψα
εσύ έστιψες
αυτός/αυτή/αυτό έστιψε
εμείς στίψαμε
εσείς στίψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έστιψαν / στίψαν / στίψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στίβω
εσύ θα στίβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στίβει
εμείς θα στίβουμε
εσείς θα στίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στίβουν / θα στίβουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στίψω
εσύ θα στίψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στίψει
εμείς θα στίψουμε
εσείς θα στίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στίψουν / θα στίψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στίψω
εσύ να στίψεις
αυτός/αυτή/αυτό να στίψει
εμείς να στίψουμε
εσείς να στίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στίψουν / στίψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στίψει
εσύ έχεις στίψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στίψει
εμείς έχουμε στίψει
εσείς έχετε στίψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στίψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στίψει
εσύ είχες στίψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στίψει
εμείς είχαμε στίψει
εσείς είχατε στίψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στίψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στίψει
εσύ θα έχεις στίψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στίψει
εμείς θα έχουμε στίψει
εσείς θα έχετε στίψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στίψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) στίβε
(εσείς) στίβετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στίψε / στίφ'
(εσείς) στίψτε / στίφτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ στίβομαι
εσύ στίβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στίβεται
εμείς στιβόμαστε
εσείς στίβεστε / στιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στίβονται

Παρατατικός

εγώ στιβόμουν / στιβόμουνα
εσύ στιβόσουν / στιβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στιβόταν / στιβότανε
εμείς στιβόμασταν / στιβόμαστε
εσείς στιβόσασταν / στιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στίβονταν / στιβόντουσαν

Αόριστος

εγώ στίφτηκα
εσύ στίφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό στίφτηκε
εμείς στιφτήκαμε
εσείς στιφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στίφτηκαν / στιφτήκαν / στιφτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα στίβομαι
εσύ θα στίβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στίβεται
εμείς θα στιβόμαστε
εσείς θα στίβεστε / θα στιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στίβονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα στιφτώ
εσύ θα στιφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στιφτεί
εμείς θα στιφτούμε
εσείς θα στιφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στιφτούν / θα στιφτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να στιφτώ
εσύ να στιφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να στιφτεί
εμείς να στιφτούμε
εσείς να στιφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να στιφτούν / στιφτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω στιφτεί
εσύ έχεις στιφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στιφτεί
εμείς έχουμε στιφτεί
εσείς έχετε στιφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στιφτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα στιφτεί
εσύ είχες στιφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στιφτεί
εμείς είχαμε στιφτεί
εσείς είχατε στιφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στιφτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω στιφτεί
εσύ θα έχεις στιφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στιφτεί
εμείς θα έχουμε στιφτεί
εσείς θα έχετε στιφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στιφτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) στίβεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) στίψου
(εσείς) στιφτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

στίβοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας στίψει

Μετοχή παρακειμένου

στιμμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

στίψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

στιφτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.