to crown (a monarch, a beauty pageant or competition winner)
Πλήρης κλίση του ρήματος στέφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στέφω
εσύ στέφεις
αυτός/αυτή/αυτό στέφει
εμείς στέφουμε
εσείς στέφετε
Παρατατικός
εγώ έστεφα
εσύ έστεφες
αυτός/αυτή/αυτό έστεφε
εμείς στέφαμε
εσείς στέφατε
αυτοί/αυτές/αυτά έστεφαν
Αόριστος
εγώ έστεψα
εσύ έστεψες
αυτός/αυτή/αυτό έστεψε
εμείς στέψαμε
εσείς στέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έστεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στέφω
εσύ θα στέφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στέφει
εμείς θα στέφουμε
εσείς θα στέφετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στέψω
εσύ θα στέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στέψει
εμείς θα στέψουμε
εσείς θα στέψετε
Υποτακτική (να)
εγώ να στέψω
εσύ να στέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να στέψει
εμείς να στέψουμε
εσείς να στέψετε
Παρακείμενος
εγώ έχω στέψει
εσύ έχεις στέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στέψει
εμείς έχουμε στέψει
εσείς έχετε στέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στέψει
εσύ είχες στέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στέψει
εμείς είχαμε στέψει
εσείς είχατε στέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στέψει
εσύ θα έχεις στέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στέψει
εμείς θα έχουμε στέψει
εσείς θα έχετε στέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στέφε
(εσείς) στέφετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στέψε
(εσείς) στέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στέφομαι
εσύ στέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στέφεται
εμείς στεφόμαστε
εσείς στέφεστε / στέφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά στέφονται
Παρατατικός
εμείς στεφόμασταν / στεφόμαστε
εσείς στεφόσασταν / στεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στέφονταν
Αόριστος
εγώ στέφθηκα
εσύ στέφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στέφθηκε / εστέφθη
εμείς στεφθήκαμε
εσείς στεφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στέφθηκαν / εστέφθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στέφομαι
εσύ θα στέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στέφεται
εμείς θα στεφόμαστε
εσείς θα στέφεστε / θα στέφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στέφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεφθώ
εσύ θα στεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα στεφθεί
εμείς θα στεφθούμε
εσείς θα στεφθείτε
Υποτακτική (να)
εγώ να στεφθώ
εσύ να στεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να στεφθεί
εμείς να στεφθούμε
εσείς να στεφθείτε
Παρακείμενος
εγώ έχω στεφθεί
εσύ έχεις στεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει στεφθεί
εμείς έχουμε στεφθεί
εσείς έχετε στεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στεφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στεφθεί
εσύ είχες στεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε στεφθεί
εμείς είχαμε στεφθεί
εσείς είχατε στεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στεφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στεφθεί
εσύ θα έχεις στεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στεφθεί
εμείς θα έχουμε στεφθεί
εσείς θα έχετε στεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στεφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στέφεστε / στέφεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στέψου
(εσείς) στεφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στέφοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας στέψει
Μετοχή παρακειμένου
‑η
Απαρέμφατο
στέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
στεφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.