to stand up, stand still
Πλήρης κλίση του ρήματος στέκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στέκω
εσύ στέκεις
αυτός/αυτή/αυτό στέκει
εμείς στέκουμε
εσείς στέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά στέκουν / στέκουνε
Παρατατικός
εγώ έστεκα
εσύ έστεκες
αυτός/αυτή/αυτό έστεκε
εμείς στέκαμε
εσείς στέκατε
αυτοί/αυτές/αυτά έστεκαν / στέκαν / στέκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στέκω
εσύ θα στέκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στέκει
εμείς θα στέκουμε
εσείς θα στέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στέκουν / θα στέκουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στέκε
(εσείς) στέκετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στέκοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.