to stand, stand up
Πλήρης κλίση του ρήματος στέκομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στέκομαι
εσύ στέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στέκεται
εμείς στεκόμαστε
εσείς στέκεστε / στεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στέκονται
Παρατατικός
εγώ στεκόμουν / στεκόμουνα
εσύ στεκόσουν / στεκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό στεκόταν / στεκότανε
εμείς στεκόμασταν / στεκόμαστε
εσείς στεκόσασταν / στεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στέκονταν / στεκόντουσαν
Αόριστος
εγώ στάθηκα
εσύ στάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό στάθηκε
εμείς σταθήκαμε
εσείς σταθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στάθηκαν / σταθήκαν / σταθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στέκομαι
εσύ θα στέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στέκεται
εμείς θα στεκόμαστε
εσείς θα στέκεστε / θα στεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στέκονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταθώ
εσύ θα σταθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σταθεί
εμείς θα σταθούμε
εσείς θα σταθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταθούν / θα σταθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σταθώ
εσύ να σταθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σταθεί
εμείς να σταθούμε
εσείς να σταθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταθούν / σταθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σταθεί
εσύ έχεις σταθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταθεί
εμείς έχουμε σταθεί
εσείς έχετε σταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σταθεί
εσύ είχες σταθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταθεί
εμείς είχαμε σταθεί
εσείς είχατε σταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σταθεί
εσύ θα έχεις σταθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταθεί
εμείς θα έχουμε σταθεί
εσείς θα έχετε σταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στέκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στάσου
(εσείς) σταθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
στεκούμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
σταθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.