to drip, dribble, trickle (fall one drop at a time or slowly steadily)
Πλήρης κλίση του ρήματος στάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στάζω
εσύ στάζεις
αυτός/αυτή/αυτό στάζει
εμείς στάζουμε
εσείς στάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά στάζουν / στάζουνε
Παρατατικός
εγώ έσταζα
εσύ έσταζες
αυτός/αυτή/αυτό έσταζε
εμείς στάζαμε
εσείς στάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσταζαν / στάζαν / στάζανε
Αόριστος
εγώ έσταξα
εσύ έσταξες
αυτός/αυτή/αυτό έσταξε
εμείς στάξαμε
εσείς στάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσταξαν / στάξαν / στάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στάζω
εσύ θα στάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στάζει
εμείς θα στάζουμε
εσείς θα στάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στάζουν / θα στάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στάξω
εσύ θα στάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα στάξει
εμείς θα στάξουμε
εσείς θα στάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στάξουν / θα στάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να στάξω
εσύ να στάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να στάξει
εμείς να στάξουμε
εσείς να στάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να στάξουν / στάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω στάξει
εσύ έχεις στάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει στάξει
εμείς έχουμε στάξει
εσείς έχετε στάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν στάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα στάξει
εσύ είχες στάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε στάξει
εμείς είχαμε στάξει
εσείς είχατε στάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν στάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω στάξει
εσύ θα έχεις στάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει στάξει
εμείς θα έχουμε στάξει
εσείς θα έχετε στάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν στάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) στάζε
(εσείς) στάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στάξε
(εσείς) στάξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ στάζομαι
εσύ στάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό στάζεται
εμείς σταζόμαστε
εσείς στάζεστε / σταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στάζονται
Παρατατικός
εγώ σταζόμουν / σταζόμουνα
εσύ σταζόσουν / σταζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σταζόταν / σταζότανε
εμείς σταζόμασταν / σταζόμαστε
εσείς σταζόσασταν / σταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά στάζονταν / σταζόντουσαν
Αόριστος
εγώ στάχτηκα
εσύ στάχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό στάχτηκε
εμείς σταχτήκαμε
εσείς σταχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά στάχτηκαν / σταχτήκαν / σταχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στάζομαι
εσύ θα στάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα στάζεται
εμείς θα σταζόμαστε
εσείς θα στάζεστε / θα σταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα στάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταχτώ
εσύ θα σταχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σταχτεί
εμείς θα σταχτούμε
εσείς θα σταχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σταχτούν / θα σταχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σταχτώ
εσύ να σταχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να σταχτεί
εμείς να σταχτούμε
εσείς να σταχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σταχτούν / σταχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σταχτεί
εσύ έχεις σταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σταχτεί
εμείς έχουμε σταχτεί
εσείς έχετε σταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σταχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σταχτεί
εσύ είχες σταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σταχτεί
εμείς είχαμε σταχτεί
εσείς είχατε σταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σταχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σταχτεί
εσύ θα έχεις σταχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σταχτεί
εμείς θα έχουμε σταχτεί
εσείς θα έχετε σταχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σταχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) στάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) στάξου
(εσείς) σταχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
στάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας στάξει
Μετοχή παρακειμένου
σταγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
στάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σταχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.