Κλίση του ρήματος σπουδάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σπουδάζω
to study a subject at university
Πλήρης κλίση του ρήματος σπουδάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σπουδάζω
εσύ σπουδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό σπουδάζει
εμείς σπουδάζουμε
εσείς σπουδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σπουδάζουν / σπουδάζουνε

Παρατατικός

εγώ σπούδαζα
εσύ σπούδαζες
αυτός/αυτή/αυτό σπούδαζε
εμείς σπουδάζαμε
εσείς σπουδάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπούδαζαν / σπουδάζαν / σπουδάζανε

Αόριστος

εγώ σπούδασα
εσύ σπούδασες
αυτός/αυτή/αυτό σπούδασε
εμείς σπουδάσαμε
εσείς σπουδάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπούδασαν / σπουδάσαν / σπουδάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σπουδάζω
εσύ θα σπουδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπουδάζει
εμείς θα σπουδάζουμε
εσείς θα σπουδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπουδάζουν / θα σπουδάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σπουδάσω
εσύ θα σπουδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπουδάσει
εμείς θα σπουδάσουμε
εσείς θα σπουδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπουδάσουν / θα σπουδάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σπουδάσω
εσύ να σπουδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σπουδάσει
εμείς να σπουδάσουμε
εσείς να σπουδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπουδάσουν / σπουδάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σπουδάσει
εσύ έχεις σπουδάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπουδάσει
εμείς έχουμε σπουδάσει
εσείς έχετε σπουδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπουδάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σπουδάσει
εσύ είχες σπουδάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπουδάσει
εμείς είχαμε σπουδάσει
εσείς είχατε σπουδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπουδάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σπουδάσει
εσύ θα έχεις σπουδάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπουδάσει
εμείς θα έχουμε σπουδάσει
εσείς θα έχετε σπουδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπουδάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σπούδαζε
(εσείς) σπουδάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σπούδασε
(εσείς) σπουδάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σπουδάζοντας / έχοντας σπουδάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

σπουδασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σπουδάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.