Κλίση του ρήματος σπιτώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σπιτώνω
to house, take in, shelter (provide with a home)
Πλήρης κλίση του ρήματος σπιτώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σπιτώνω
εσύ σπιτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό σπιτώνει
εμείς σπιτώνουμε
εσείς σπιτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σπιτώνουν / σπιτώνουνε

Παρατατικός

εγώ σπίτωνα
εσύ σπίτωνες
αυτός/αυτή/αυτό σπίτωνε
εμείς σπιτώναμε
εσείς σπιτώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπίτωναν / σπιτώναν / σπιτώνανε

Αόριστος

εγώ σπίτωσα
εσύ σπίτωσες
αυτός/αυτή/αυτό σπίτωσε
εμείς σπιτώσαμε
εσείς σπιτώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπίτωσαν / σπιτώσαν / σπιτώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σπιτώνω
εσύ θα σπιτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπιτώνει
εμείς θα σπιτώνουμε
εσείς θα σπιτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπιτώνουν / θα σπιτώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σπιτώσω
εσύ θα σπιτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπιτώσει
εμείς θα σπιτώσουμε
εσείς θα σπιτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπιτώσουν / θα σπιτώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σπιτώσω
εσύ να σπιτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σπιτώσει
εμείς να σπιτώσουμε
εσείς να σπιτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπιτώσουν / σπιτώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σπιτώσει
εσύ έχεις σπιτώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπιτώσει
εμείς έχουμε σπιτώσει
εσείς έχετε σπιτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπιτώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σπιτώσει
εσύ είχες σπιτώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπιτώσει
εμείς είχαμε σπιτώσει
εσείς είχατε σπιτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπιτώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σπιτώσει
εσύ θα έχεις σπιτώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπιτώσει
εμείς θα έχουμε σπιτώσει
εσείς θα έχετε σπιτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπιτώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σπίτωνε
(εσείς) σπιτώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σπίτωσε
(εσείς) σπιτώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σπιτώνομαι
εσύ σπιτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σπιτώνεται
εμείς σπιτωνόμαστε
εσείς σπιτώνεστε / σπιτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σπιτώνονται

Παρατατικός

εγώ σπιτωνόμουν / σπιτωνόμουνα
εσύ σπιτωνόσουν / σπιτωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σπιτωνόταν / σπιτωνότανε
εμείς σπιτωνόμασταν / σπιτωνόμαστε
εσείς σπιτωνόσασταν / σπιτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σπιτώνονταν / σπιτωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ σπιτώθηκα
εσύ σπιτώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σπιτώθηκε
εμείς σπιτωθήκαμε
εσείς σπιτωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπιτώθηκαν / σπιτωθήκαν / σπιτωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σπιτώνομαι
εσύ θα σπιτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σπιτώνεται
εμείς θα σπιτωνόμαστε
εσείς θα σπιτώνεστε / θα σπιτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπιτώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σπιτωθώ
εσύ θα σπιτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σπιτωθεί
εμείς θα σπιτωθούμε
εσείς θα σπιτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπιτωθούν / θα σπιτωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σπιτωθώ
εσύ να σπιτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σπιτωθεί
εμείς να σπιτωθούμε
εσείς να σπιτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπιτωθούν / σπιτωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σπιτωθεί
εσύ έχεις σπιτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπιτωθεί
εμείς έχουμε σπιτωθεί
εσείς έχετε σπιτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπιτωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σπιτωθεί
εσύ είχες σπιτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπιτωθεί
εμείς είχαμε σπιτωθεί
εσείς είχατε σπιτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπιτωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σπιτωθεί
εσύ θα έχεις σπιτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπιτωθεί
εμείς θα έχουμε σπιτωθεί
εσείς θα έχετε σπιτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπιτωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σπιτώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σπιτώσου
(εσείς) σπιτωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σπιτώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σπιτώσει

Μετοχή παρακειμένου

σπιτωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σπιτώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σπιτωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.