to sparkle
Πλήρης κλίση του ρήματος σπιθίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σπιθίζω
εσύ σπιθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σπιθίζει
εμείς σπιθίζουμε
εσείς σπιθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σπιθίζουν / σπιθίζουνε
Παρατατικός
εγώ σπίθιζα
εσύ σπίθιζες
αυτός/αυτή/αυτό σπίθιζε
εμείς σπιθίζαμε
εσείς σπιθίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπίθιζαν / σπιθίζαν / σπιθίζανε
Αόριστος
εγώ σπίθισα
εσύ σπίθισες
αυτός/αυτή/αυτό σπίθισε
εμείς σπιθίσαμε
εσείς σπιθίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπίθισαν / σπιθίσαν / σπιθίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σπιθίζω
εσύ θα σπιθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπιθίζει
εμείς θα σπιθίζουμε
εσείς θα σπιθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπιθίζουν / θα σπιθίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπιθίσω
εσύ θα σπιθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπιθίσει
εμείς θα σπιθίσουμε
εσείς θα σπιθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπιθίσουν / θα σπιθίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σπιθίσω
εσύ να σπιθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σπιθίσει
εμείς να σπιθίσουμε
εσείς να σπιθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπιθίσουν / σπιθίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σπιθίσει
εσύ έχεις σπιθίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπιθίσει
εμείς έχουμε σπιθίσει
εσείς έχετε σπιθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπιθίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σπιθίσει
εσύ είχες σπιθίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπιθίσει
εμείς είχαμε σπιθίσει
εσείς είχατε σπιθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπιθίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σπιθίσει
εσύ θα έχεις σπιθίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπιθίσει
εμείς θα έχουμε σπιθίσει
εσείς θα έχετε σπιθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπιθίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σπίθιζε
(εσείς) σπιθίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σπίθισε
(εσείς) σπιθίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σπιθίζοντας / έχοντας σπιθίσει
Απαρέμφατο
σπιθίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.