to hasten, to hurry, to rush
Πλήρης κλίση του ρήματος σπεύδω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σπεύδω
εσύ σπεύδεις
αυτός/αυτή/αυτό σπεύδει
εμείς σπεύδουμε
εσείς σπεύδετε
αυτοί/αυτές/αυτά σπεύδουν / σπεύδουνε
Παρατατικός
εγώ έσπευδα
εσύ έσπευδες
αυτός/αυτή/αυτό έσπευδε
εμείς σπεύδαμε
εσείς σπεύδατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσπευδαν / σπεύδαν / σπεύδανε
Αόριστος
εγώ έσπευσα
εσύ έσπευσες
αυτός/αυτή/αυτό έσπευσε
εμείς σπεύσαμε
εσείς σπεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσπευσαν / σπεύσαν / σπεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σπεύδω
εσύ θα σπεύδεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπεύδει
εμείς θα σπεύδουμε
εσείς θα σπεύδετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπεύδουν / θα σπεύδουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπεύσω
εσύ θα σπεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπεύσει
εμείς θα σπεύσουμε
εσείς θα σπεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπεύσουν / θα σπεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σπεύσω
εσύ να σπεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σπεύσει
εμείς να σπεύσουμε
εσείς να σπεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπεύσουν / σπεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σπεύσει
εσύ έχεις σπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπεύσει
εμείς έχουμε σπεύσει
εσείς έχετε σπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σπεύσει
εσύ είχες σπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπεύσει
εμείς είχαμε σπεύσει
εσείς είχατε σπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σπεύσει
εσύ θα έχεις σπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπεύσει
εμείς θα έχουμε σπεύσει
εσείς θα έχετε σπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έσπευδε
(εσείς) σπεύδετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έσπευσε
(εσείς) σπεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σπεύδοντας / έχοντας σπεύσει
Απαρέμφατο
σπεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.