to be rare, to be scarce
Πλήρης κλίση του ρήματος σπανίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σπανίζω
εσύ σπανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σπανίζει
εμείς σπανίζουμε
εσείς σπανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σπανίζουν / σπανίζουνε
Παρατατικός
εγώ σπάνιζα
εσύ σπάνιζες
αυτός/αυτή/αυτό σπάνιζε
εμείς σπανίζαμε
εσείς σπανίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπάνιζαν / σπανίζαν / σπανίζανε
Αόριστος
εγώ σπάνισα
εσύ σπάνισες
αυτός/αυτή/αυτό σπάνισε
εμείς σπανίσαμε
εσείς σπανίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σπάνισαν / σπανίσαν / σπανίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σπανίζω
εσύ θα σπανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπανίζει
εμείς θα σπανίζουμε
εσείς θα σπανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπανίζουν / θα σπανίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπανίσω
εσύ θα σπανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπανίσει
εμείς θα σπανίσουμε
εσείς θα σπανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπανίσουν / θα σπανίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σπανίσω
εσύ να σπανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σπανίσει
εμείς να σπανίσουμε
εσείς να σπανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπανίσουν / σπανίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σπανίσει
εσύ έχεις σπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπανίσει
εμείς έχουμε σπανίσει
εσείς έχετε σπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπανίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σπανίσει
εσύ είχες σπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπανίσει
εμείς είχαμε σπανίσει
εσείς είχατε σπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπανίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σπανίσει
εσύ θα έχεις σπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπανίσει
εμείς θα έχουμε σπανίσει
εσείς θα έχετε σπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπανίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σπάνιζε
(εσείς) σπανίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σπάνισε
(εσείς) σπανίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σπανίζοντας / έχοντας σπανίσει
Απαρέμφατο
σπανίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.