alternative form of σπάζω (spázo) (active voice only)
Πλήρης κλίση του ρήματος σπάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σπάω / σπω
εσύ σπας
αυτός/αυτή/αυτό σπάει
εμείς σπάμε
εσείς σπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά σπάνε / σπαν
Παρατατικός
εγώ έσπαγα
εσύ έσπαγες
αυτός/αυτή/αυτό έσπαγε
εμείς σπάγαμε
εσείς σπάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσπαγαν / σπάγαν / σπάγανε
Αόριστος
εγώ έσπασα
εσύ έσπασες
αυτός/αυτή/αυτό έσπασε
εμείς σπάσαμε
εσείς σπάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσπασαν / σπάσαν / σπάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σπάω / θα σπω
εσύ θα σπας
αυτός/αυτή/αυτό θα σπάει
εμείς θα σπάμε
εσείς θα σπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπάνε / θα σπαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπάσω
εσύ θα σπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σπάσει
εμείς θα σπάσουμε
εσείς θα σπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σπάσουν / θα σπάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σπάσω
εσύ να σπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σπάσει
εμείς να σπάσουμε
εσείς να σπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σπάσουν / σπάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σπάσει
εσύ έχεις σπάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σπάσει
εμείς έχουμε σπάσει
εσείς έχετε σπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σπάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σπάσει
εσύ είχες σπάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σπάσει
εμείς είχαμε σπάσει
εσείς είχατε σπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σπάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σπάσει
εσύ θα έχεις σπάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σπάσει
εμείς θα έχουμε σπάσει
εσείς θα έχετε σπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σπάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σπάε
(εσείς) σπάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σπάσε
(εσείς) σπάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σπώντας / έχοντας σπάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σπασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σπάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.