alternative form of σέρνω (sérno)
Πλήρης κλίση του ρήματος σούρνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σούρνω
εσύ σούρνεις
αυτός/αυτή/αυτό σούρνει
εμείς σούρνουμε
εσείς σούρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σούρνουν / σούρνουνε
Παρατατικός
εγώ έσουρνα
εσύ έσουρνες
αυτός/αυτή/αυτό έσουρνε
εμείς σούρναμε
εσείς σούρνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσουρναν / σούρναν / σούρνανε
Αόριστος
εγώ έσουρα
εσύ έσουρες
αυτός/αυτή/αυτό έσουρε
εμείς σούραμε
εσείς σούρατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσουραν / σούραν / σούρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σούρνω
εσύ θα σούρνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σούρνει
εμείς θα σούρνουμε
εσείς θα σούρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σούρνουν / θα σούρνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σούρω
εσύ θα σούρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σούρει
εμείς θα σούρουμε
εσείς θα σούρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σούρουν / θα σούρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σούρω
εσύ να σούρεις
αυτός/αυτή/αυτό να σούρει
εμείς να σούρουμε
εσείς να σούρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σούρουν / σούρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σούρει
εσύ έχεις σούρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σούρει
εμείς έχουμε σούρει
εσείς έχετε σούρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σούρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σούρει
εσύ είχες σούρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σούρει
εμείς είχαμε σούρει
εσείς είχατε σούρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σούρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σούρει
εσύ θα έχεις σούρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σούρει
εμείς θα έχουμε σούρει
εσείς θα έχετε σούρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σούρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σούρνε
(εσείς) σούρνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σούρε
(εσείς) σούρτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σούρνομαι
εσύ σούρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σούρνεται
εμείς σουρνόμαστε
εσείς σούρνεστε / σουρνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σούρνονται
Παρατατικός
εγώ σουρνόμουν / σουρνόμουνα
εσύ σουρνόσουν / σουρνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σουρνόταν / σουρνότανε
εμείς σουρνόμασταν / σουρνόμαστε
εσείς σουρνόσασταν / σουρνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σούρνονταν / σουρνόντουσαν
Αόριστος
εγώ σούρθηκα
εσύ σούρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σούρθηκε
εμείς σουρθήκαμε
εσείς σουρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σούρθηκαν / σουρθήκαν / σουρθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σούρνομαι
εσύ θα σούρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σούρνεται
εμείς θα σουρνόμαστε
εσείς θα σούρνεστε / θα σουρνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σούρνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουρθώ
εσύ θα σουρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σουρθεί
εμείς θα σουρθούμε
εσείς θα σουρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουρθούν / θα σουρθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σουρθώ
εσύ να σουρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σουρθεί
εμείς να σουρθούμε
εσείς να σουρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σουρθούν / σουρθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σουρθεί
εσύ έχεις σουρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σουρθεί
εμείς έχουμε σουρθεί
εσείς έχετε σουρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σουρθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σουρθεί
εσύ είχες σουρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σουρθεί
εμείς είχαμε σουρθεί
εσείς είχατε σουρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σουρθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σουρθεί
εσύ θα έχεις σουρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σουρθεί
εμείς θα έχουμε σουρθεί
εσείς θα έχετε σουρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σουρθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σούρνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σούρσου
(εσείς) σουρθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σούρνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σούρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σουρνάμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
συρμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σούρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σουρθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.