to shoot, strike (fire a ball at target)
Πλήρης κλίση του ρήματος σουτάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σουτάρω
εσύ σουτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό σουτάρει
εμείς σουτάρουμε
εσείς σουτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά σουτάρουν / σουτάρουνε
Παρατατικός
εγώ σούταρα / σουτάριζα
εσύ σούταρες / σουτάριζες
αυτός/αυτή/αυτό σούταρε / σουτάριζε
εμείς σουτάραμε
εσείς σουτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σούταραν / σουτάραν / σουτάρανε / σουτάριζαν
Αόριστος
εγώ σούταρα / σουτάρισα
εσύ σούταρες / σουτάρισες
αυτός/αυτή/αυτό σούταρε / σουτάρισε
εμείς σουτάραμε
εσείς σουτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σούταραν / σουτάραν / σουτάρανε / σουτάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σουτάρω
εσύ θα σουτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σουτάρει
εμείς θα σουτάρουμε
εσείς θα σουτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουτάρουν / θα σουτάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουτάρω
εσύ θα σουτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σουτάρει
εμείς θα σουτάρουμε
εσείς θα σουτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουτάρουν / θα σουτάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σουτάρω
εσύ να σουτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να σουτάρει
εμείς να σουτάρουμε
εσείς να σουτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σουτάρουν / σουτάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σουτάρει
εσύ έχεις σουτάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σουτάρει
εμείς έχουμε σουτάρει
εσείς έχετε σουτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σουτάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σουτάρει
εσύ είχες σουτάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σουτάρει
εμείς είχαμε σουτάρει
εσείς είχατε σουτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σουτάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σουτάρει
εσύ θα έχεις σουτάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σουτάρει
εμείς θα έχουμε σουτάρει
εσείς θα έχετε σουτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σουτάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σούταρε / σουτάριζε
(εσείς) σουτάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σούταρε / σουτάρισε
(εσείς) σουτάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σουτάρομαι
εσύ σουτάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σουτάρεται
εμείς σουταριζόμαστε
εσείς σουτάρεστε / σουταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σουτάρονται
Παρατατικός
εγώ σουταριζόμουν / σουταριζόμουνα
εσύ σουταριζόσουν / σουταριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σουταριζόταν / σουταριζότανε
εμείς σουταριζόμασταν / σουταριζόμαστε
εσείς σουταριζόσασταν / σουταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σουτάρονταν / σουταριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ σουταρίστηκα
εσύ σουταρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σουταρίστηκε
εμείς σουταριστήκαμε
εσείς σουταριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σουταρίστηκαν / σουταριστήκαν / σουταριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σουτάρομαι
εσύ θα σουτάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σουτάρεται
εμείς θα σουταριζόμαστε
εσείς θα σουτάρεστε / θα σουταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουτάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουταριστώ
εσύ θα σουταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σουταριστεί
εμείς θα σουταριστούμε
εσείς θα σουταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουταριστούν / θα σουταριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σουταριστώ
εσύ να σουταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σουταριστεί
εμείς να σουταριστούμε
εσείς να σουταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σουταριστούν / σουταριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σουταριστεί
εσύ έχεις σουταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σουταριστεί
εμείς έχουμε σουταριστεί
εσείς έχετε σουταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σουταριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σουταριστεί
εσύ είχες σουταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σουταριστεί
εμείς είχαμε σουταριστεί
εσείς είχατε σουταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σουταριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σουταριστεί
εσύ θα έχεις σουταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σουταριστεί
εμείς θα έχουμε σουταριστεί
εσείς θα έχετε σουταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σουταριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σουτάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σουταρίσου
(εσείς) σουταριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σουτάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σουτάρει
Μετοχή παρακειμένου
σουταρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σουτάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σουταριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.