to skewer
Πλήρης κλίση του ρήματος σουβλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σουβλίζω
εσύ σουβλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σουβλίζει
εμείς σουβλίζουμε
εσείς σουβλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σουβλίζουν / σουβλίζουνε
Παρατατικός
εγώ σούβλιζα
εσύ σούβλιζες
αυτός/αυτή/αυτό σούβλιζε
εμείς σουβλίζαμε
εσείς σουβλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σούβλιζαν / σουβλίζαν / σουβλίζανε
Αόριστος
εγώ σούβλισα
εσύ σούβλισες
αυτός/αυτή/αυτό σούβλισε
εμείς σουβλίσαμε
εσείς σουβλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σούβλισαν / σουβλίσαν / σουβλίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σουβλίζω
εσύ θα σουβλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σουβλίζει
εμείς θα σουβλίζουμε
εσείς θα σουβλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουβλίζουν / θα σουβλίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουβλίσω
εσύ θα σουβλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σουβλίσει
εμείς θα σουβλίσουμε
εσείς θα σουβλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουβλίσουν / θα σουβλίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σουβλίσω
εσύ να σουβλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σουβλίσει
εμείς να σουβλίσουμε
εσείς να σουβλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σουβλίσουν / σουβλίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σουβλίσει
εσύ έχεις σουβλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σουβλίσει
εμείς έχουμε σουβλίσει
εσείς έχετε σουβλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σουβλίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σουβλίσει
εσύ είχες σουβλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σουβλίσει
εμείς είχαμε σουβλίσει
εσείς είχατε σουβλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σουβλίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σουβλίσει
εσύ θα έχεις σουβλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σουβλίσει
εμείς θα έχουμε σουβλίσει
εσείς θα έχετε σουβλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σουβλίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σούβλιζε
(εσείς) σουβλίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σούβλισε
(εσείς) σουβλίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σουβλίζομαι
εσύ σουβλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σουβλίζεται
εμείς σουβλιζόμαστε
εσείς σουβλίζεστε / σουβλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σουβλίζονται
Παρατατικός
εγώ σουβλιζόμουν / σουβλιζόμουνα
εσύ σουβλιζόσουν / σουβλιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σουβλιζόταν / σουβλιζότανε
εμείς σουβλιζόμασταν / σουβλιζόμαστε
εσείς σουβλιζόσασταν / σουβλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σουβλίζονταν / σουβλιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ σουβλίστηκα
εσύ σουβλίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σουβλίστηκε
εμείς σουβλιστήκαμε
εσείς σουβλιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σουβλίστηκαν / σουβλιστήκαν / σουβλιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σουβλίζομαι
εσύ θα σουβλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σουβλίζεται
εμείς θα σουβλιζόμαστε
εσείς θα σουβλίζεστε / θα σουβλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουβλίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουβλιστώ
εσύ θα σουβλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σουβλιστεί
εμείς θα σουβλιστούμε
εσείς θα σουβλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σουβλιστούν / θα σουβλιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σουβλιστώ
εσύ να σουβλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σουβλιστεί
εμείς να σουβλιστούμε
εσείς να σουβλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σουβλιστούν / σουβλιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σουβλιστεί
εσύ έχεις σουβλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σουβλιστεί
εμείς έχουμε σουβλιστεί
εσείς έχετε σουβλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σουβλιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σουβλιστεί
εσύ είχες σουβλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σουβλιστεί
εμείς είχαμε σουβλιστεί
εσείς είχατε σουβλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σουβλιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σουβλιστεί
εσύ θα έχεις σουβλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σουβλιστεί
εμείς θα έχουμε σουβλιστεί
εσείς θα έχετε σουβλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σουβλιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σουβλίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σουβλίσου
(εσείς) σουβλιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σουβλίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σουβλίσει
Μετοχή παρακειμένου
σουβλισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σουβλίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σουβλιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.