to be serious, be for real (talk seriously and not be joking)
Πλήρης κλίση του ρήματος σοβαρολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σοβαρολογώ
εσύ σοβαρολογείς
αυτός/αυτή/αυτό σοβαρολογεί
εμείς σοβαρολογούμε
εσείς σοβαρολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά σοβαρολογούν / σοβαρολογούνε
Παρατατικός
εγώ σοβαρολογούσα
εσύ σοβαρολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό σοβαρολογούσε
εμείς σοβαρολογούσαμε
εσείς σοβαρολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σοβαρολογούσαν / σοβαρολογούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σοβαρολογώ
εσύ θα σοβαρολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σοβαρολογεί
εμείς θα σοβαρολογούμε
εσείς θα σοβαρολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σοβαρολογούν / θα σοβαρολογούνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σοβαρολογείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σοβαρολογώντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.