to lean
Πλήρης κλίση του ρήματος σκύβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σκύβω
εσύ σκύβεις
αυτός/αυτή/αυτό σκύβει
εμείς σκύβουμε
εσείς σκύβετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκύβουν / σκύβουνε
Παρατατικός
εγώ έσκυβα
εσύ έσκυβες
αυτός/αυτή/αυτό έσκυβε
εμείς σκύβαμε
εσείς σκύβατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσκυβαν / σκύβαν / σκύβανε
Αόριστος
εγώ έσκυψα
εσύ έσκυψες
αυτός/αυτή/αυτό έσκυψε
εμείς σκύψαμε
εσείς σκύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσκυψαν / σκύψαν / σκύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σκύβω
εσύ θα σκύβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκύβει
εμείς θα σκύβουμε
εσείς θα σκύβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκύβουν / θα σκύβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκύψω
εσύ θα σκύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκύψει
εμείς θα σκύψουμε
εσείς θα σκύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκύψουν / θα σκύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σκύψω
εσύ να σκύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκύψει
εμείς να σκύψουμε
εσείς να σκύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκύψουν / σκύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σκύψει
εσύ έχεις σκύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκύψει
εμείς έχουμε σκύψει
εσείς έχετε σκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σκύψει
εσύ είχες σκύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκύψει
εμείς είχαμε σκύψει
εσείς είχατε σκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σκύψει
εσύ θα έχεις σκύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκύψει
εμείς θα έχουμε σκύψει
εσείς θα έχετε σκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σκύβε
(εσείς) σκύβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σκύψε / σκύφ'
(εσείς) σκύψτε / σκύφτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σκύβοντας / έχοντας σκύψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σκυμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σκύψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.