Κλίση του ρήματος σκυλοβρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σκυλοβρίζω
to give dog's abuse to, to shower abuse on
Πλήρης κλίση του ρήματος σκυλοβρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκυλοβρίζω
εσύ σκυλοβρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβρίζει
εμείς σκυλοβρίζουμε
εσείς σκυλοβρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβρίζουν / σκυλοβρίζουνε

Παρατατικός

εγώ σκυλόβριζα
εσύ σκυλόβριζες
αυτός/αυτή/αυτό σκυλόβριζε
εμείς σκυλοβρίζαμε
εσείς σκυλοβρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλόβριζαν / σκυλοβρίζαν / σκυλοβρίζανε

Αόριστος

εγώ σκυλόβρισα
εσύ σκυλόβρισες
αυτός/αυτή/αυτό σκυλόβρισε
εμείς σκυλοβρίσαμε
εσείς σκυλοβρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλόβρισαν / σκυλοβρίσαν / σκυλοβρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκυλοβρίζω
εσύ θα σκυλοβρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκυλοβρίζει
εμείς θα σκυλοβρίζουμε
εσείς θα σκυλοβρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκυλοβρίζουν / θα σκυλοβρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκυλοβρίσω
εσύ θα σκυλοβρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκυλοβρίσει
εμείς θα σκυλοβρίσουμε
εσείς θα σκυλοβρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκυλοβρίσουν / θα σκυλοβρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκυλοβρίσω
εσύ να σκυλοβρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκυλοβρίσει
εμείς να σκυλοβρίσουμε
εσείς να σκυλοβρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκυλοβρίσουν / σκυλοβρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκυλοβρίσει
εσύ έχεις σκυλοβρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκυλοβρίσει
εμείς έχουμε σκυλοβρίσει
εσείς έχετε σκυλοβρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκυλοβρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκυλοβρίσει
εσύ είχες σκυλοβρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκυλοβρίσει
εμείς είχαμε σκυλοβρίσει
εσείς είχατε σκυλοβρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκυλοβρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκυλοβρίσει
εσύ θα έχεις σκυλοβρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκυλοβρίσει
εμείς θα έχουμε σκυλοβρίσει
εσείς θα έχετε σκυλοβρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκυλοβρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σκυλόβριζε
(εσείς) σκυλοβρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκυλόβρισε
(εσείς) σκυλοβρίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκυλοβρίζομαι
εσύ σκυλοβρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβρίζεται
εμείς σκυλοβριζόμαστε
εσείς σκυλοβρίζεστε / σκυλοβριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβρίζονται

Παρατατικός

εγώ σκυλοβριζόμουν / σκυλοβριζόμουνα
εσύ σκυλοβριζόσουν / σκυλοβριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβριζόταν / σκυλοβριζότανε
εμείς σκυλοβριζόμασταν / σκυλοβριζόμαστε
εσείς σκυλοβριζόσασταν / σκυλοβριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβρίζονταν / σκυλοβριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ σκυλοβρίστηκα
εσύ σκυλοβρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβρίστηκε
εμείς σκυλοβριστήκαμε
εσείς σκυλοβριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβρίστηκαν / σκυλοβριστήκαν / σκυλοβριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκυλοβρίζομαι
εσύ θα σκυλοβρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σκυλοβρίζεται
εμείς θα σκυλοβριζόμαστε
εσείς θα σκυλοβρίζεστε / θα σκυλοβριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκυλοβρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκυλοβριστώ
εσύ θα σκυλοβριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σκυλοβριστεί
εμείς θα σκυλοβριστούμε
εσείς θα σκυλοβριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκυλοβριστούν / θα σκυλοβριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκυλοβριστώ
εσύ να σκυλοβριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σκυλοβριστεί
εμείς να σκυλοβριστούμε
εσείς να σκυλοβριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκυλοβριστούν / σκυλοβριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκυλοβριστεί
εσύ έχεις σκυλοβριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκυλοβριστεί
εμείς έχουμε σκυλοβριστεί
εσείς έχετε σκυλοβριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκυλοβριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκυλοβριστεί
εσύ είχες σκυλοβριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκυλοβριστεί
εμείς είχαμε σκυλοβριστεί
εσείς είχατε σκυλοβριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκυλοβριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκυλοβριστεί
εσύ θα έχεις σκυλοβριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκυλοβριστεί
εμείς θα έχουμε σκυλοβριστεί
εσείς θα έχετε σκυλοβριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκυλοβριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σκυλοβρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκυλοβρίσου
(εσείς) σκυλοβριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σκυλοβρίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σκυλοβρίσει

Μετοχή παρακειμένου

σκυλοβρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σκυλοβρίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σκυλοβριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.