Κλίση του ρήματος σκυλοβαριέμαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σκυλοβαριέμαι
to be bored to death, to be bored out of one's mind, to be bored to tears
Πλήρης κλίση του ρήματος σκυλοβαριέμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκυλοβαριέμαι
εσύ σκυλοβαριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβαριέται
εμείς σκυλοβαριόμαστε
εσείς σκυλοβαριέστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβαριούνται / ‑ιόνται

Παρατατικός

εγώ σκυλοβαριόμουν / σκυλοβαριόμουνα
εσύ σκυλοβαριόσουν / σκυλοβαριόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβαριόταν / σκυλοβαριότανε
εμείς σκυλοβαριόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς σκυλοβαριόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβαριόνταν / σκυλοβαριόντανε / σκυλοβαριόντουσαν / σκυλοβαριούνταν

Αόριστος

εγώ σκυλοβαρέθηκα
εσύ σκυλοβαρέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σκυλοβαρέθηκε
εμείς σκυλοβαρεθήκαμε
εσείς σκυλοβαρεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκυλοβαρέθηκαν / σκυλοβαρεθήκαν / σκυλοβαρεθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκυλοβαριέμαι
εσύ θα σκυλοβαριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σκυλοβαριέται
εμείς θα σκυλοβαριόμαστε
εσείς θα σκυλοβαριέστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκυλοβαριούνται / θα ‑ιόνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκυλοβαρεθώ
εσύ θα σκυλοβαρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σκυλοβαρεθεί
εμείς θα σκυλοβαρεθούμε
εσείς θα σκυλοβαρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκυλοβαρεθούν / θα σκυλοβαρεθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκυλοβαρεθώ
εσύ να σκυλοβαρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σκυλοβαρεθεί
εμείς να σκυλοβαρεθούμε
εσείς να σκυλοβαρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκυλοβαρεθούν / σκυλοβαρεθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκυλοβαρεθεί
εσύ έχεις σκυλοβαρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκυλοβαρεθεί
εμείς έχουμε σκυλοβαρεθεί
εσείς έχετε σκυλοβαρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκυλοβαρεθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκυλοβαρεθεί
εσύ είχες σκυλοβαρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκυλοβαρεθεί
εμείς είχαμε σκυλοβαρεθεί
εσείς είχατε σκυλοβαρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκυλοβαρεθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκυλοβαρεθεί
εσύ θα έχεις σκυλοβαρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκυλοβαρεθεί
εμείς θα έχουμε σκυλοβαρεθεί
εσείς θα έχετε σκυλοβαρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκυλοβαρεθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σκυλοβαριέστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) σκυλοβαρεθείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

σκυλοβαρεθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.