Κλίση του ρήματος σκοτώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σκοτώνω
to kill, murder, slay
Πλήρης κλίση του ρήματος σκοτώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκοτώνω
εσύ σκοτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό σκοτώνει
εμείς σκοτώνουμε
εσείς σκοτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοτώνουν / σκοτώνουνε

Παρατατικός

εγώ σκότωνα
εσύ σκότωνες
αυτός/αυτή/αυτό σκότωνε
εμείς σκοτώναμε
εσείς σκοτώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκότωναν / σκοτώναν / σκοτώνανε

Αόριστος

εγώ σκότωσα
εσύ σκότωσες
αυτός/αυτή/αυτό σκότωσε
εμείς σκοτώσαμε
εσείς σκοτώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκότωσαν / σκοτώσαν / σκοτώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκοτώνω
εσύ θα σκοτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοτώνει
εμείς θα σκοτώνουμε
εσείς θα σκοτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοτώνουν / θα σκοτώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκοτώσω
εσύ θα σκοτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοτώσει
εμείς θα σκοτώσουμε
εσείς θα σκοτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοτώσουν / θα σκοτώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκοτώσω
εσύ να σκοτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκοτώσει
εμείς να σκοτώσουμε
εσείς να σκοτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκοτώσουν / σκοτώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκοτώσει
εσύ έχεις σκοτώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκοτώσει
εμείς έχουμε σκοτώσει
εσείς έχετε σκοτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκοτώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκοτώσει
εσύ είχες σκοτώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκοτώσει
εμείς είχαμε σκοτώσει
εσείς είχατε σκοτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκοτώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκοτώσει
εσύ θα έχεις σκοτώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκοτώσει
εμείς θα έχουμε σκοτώσει
εσείς θα έχετε σκοτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκοτώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σκότωνε
(εσείς) σκοτώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκότωσε
(εσείς) σκοτώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκοτώνομαι
εσύ σκοτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σκοτώνεται
εμείς σκοτωνόμαστε
εσείς σκοτώνεστε / σκοτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοτώνονται

Παρατατικός

εγώ σκοτωνόμουν / σκοτωνόμουνα
εσύ σκοτωνόσουν / σκοτωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σκοτωνόταν / σκοτωνότανε
εμείς σκοτωνόμασταν / σκοτωνόμαστε
εσείς σκοτωνόσασταν / σκοτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοτώνονταν / σκοτωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ σκοτώθηκα
εσύ σκοτώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σκοτώθηκε
εμείς σκοτωθήκαμε
εσείς σκοτωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοτώθηκαν / σκοτωθήκαν / σκοτωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκοτώνομαι
εσύ θα σκοτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοτώνεται
εμείς θα σκοτωνόμαστε
εσείς θα σκοτώνεστε / θα σκοτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοτώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκοτωθώ
εσύ θα σκοτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοτωθεί
εμείς θα σκοτωθούμε
εσείς θα σκοτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοτωθούν / θα σκοτωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκοτωθώ
εσύ να σκοτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σκοτωθεί
εμείς να σκοτωθούμε
εσείς να σκοτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκοτωθούν / σκοτωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκοτωθεί
εσύ έχεις σκοτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκοτωθεί
εμείς έχουμε σκοτωθεί
εσείς έχετε σκοτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκοτωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκοτωθεί
εσύ είχες σκοτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκοτωθεί
εμείς είχαμε σκοτωθεί
εσείς είχατε σκοτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκοτωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκοτωθεί
εσύ θα έχεις σκοτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκοτωθεί
εμείς θα έχουμε σκοτωθεί
εσείς θα έχετε σκοτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκοτωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σκοτώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκοτώσου
(εσείς) σκοτωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σκοτώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σκοτώσει

Μετοχή παρακειμένου

σκοτωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σκοτώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σκοτωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.