to score (to earn points in a game)
Πλήρης κλίση του ρήματος σκοράρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σκοράρω
εσύ σκοράρεις
αυτός/αυτή/αυτό σκοράρει
εμείς σκοράρουμε
εσείς σκοράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοράρουν / σκοράρουνε
Παρατατικός
εγώ σκόραρα / σκοράριζα
εσύ σκόραρες / σκοράριζες
αυτός/αυτή/αυτό σκόραρε / σκοράριζε
εμείς σκοράραμε
εσείς σκοράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκόραραν / σκοράραν / σκοράρανε / σκοράριζαν
Αόριστος
εγώ σκόραρα / σκοράρισα
εσύ σκόραρες / σκοράρισες
αυτός/αυτή/αυτό σκόραρε / σκοράρισε
εμείς σκοράραμε
εσείς σκοράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκόραραν / σκοράραν / σκοράρανε / σκοράρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σκοράρω
εσύ θα σκοράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοράρει
εμείς θα σκοράρουμε
εσείς θα σκοράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοράρουν / θα σκοράρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοράρω
εσύ θα σκοράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοράρει
εμείς θα σκοράρουμε
εσείς θα σκοράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοράρουν / θα σκοράρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σκοράρω
εσύ να σκοράρεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκοράρει
εμείς να σκοράρουμε
εσείς να σκοράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκοράρουν / σκοράρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σκοράρει
εσύ έχεις σκοράρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκοράρει
εμείς έχουμε σκοράρει
εσείς έχετε σκοράρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκοράρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σκοράρει
εσύ είχες σκοράρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκοράρει
εμείς είχαμε σκοράρει
εσείς είχατε σκοράρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκοράρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σκοράρει
εσύ θα έχεις σκοράρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκοράρει
εμείς θα έχουμε σκοράρει
εσείς θα έχετε σκοράρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκοράρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σκόραρε / σκοράριζε
(εσείς) σκοράρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σκόραρε / σκοράρισε
(εσείς) σκοράρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σκοράροντας / έχοντας σκοράρει
Απαρέμφατο
σκοράρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.