Κλίση του ρήματος σκοπεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σκοπεύω
to aim, take aim
Πλήρης κλίση του ρήματος σκοπεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκοπεύω
εσύ σκοπεύεις
αυτός/αυτή/αυτό σκοπεύει
εμείς σκοπεύουμε
εσείς σκοπεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοπεύουν / σκοπεύουνε

Παρατατικός

εγώ σκόπευα
εσύ σκόπευες
αυτός/αυτή/αυτό σκόπευε
εμείς σκοπεύαμε
εσείς σκοπεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκόπευαν / σκοπεύαν / σκοπεύανε

Αόριστος

εγώ σκόπευσα
εσύ σκόπευσες
αυτός/αυτή/αυτό σκόπευσε
εμείς σκοπεύσαμε
εσείς σκοπεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκόπευσαν / σκοπεύσαν / σκοπεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκοπεύω
εσύ θα σκοπεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοπεύει
εμείς θα σκοπεύουμε
εσείς θα σκοπεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοπεύουν / θα σκοπεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκοπεύσω
εσύ θα σκοπεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοπεύσει
εμείς θα σκοπεύσουμε
εσείς θα σκοπεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοπεύσουν / θα σκοπεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκοπεύσω
εσύ να σκοπεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκοπεύσει
εμείς να σκοπεύσουμε
εσείς να σκοπεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκοπεύσουν / σκοπεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκοπεύσει
εσύ έχεις σκοπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκοπεύσει
εμείς έχουμε σκοπεύσει
εσείς έχετε σκοπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκοπεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκοπεύσει
εσύ είχες σκοπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκοπεύσει
εμείς είχαμε σκοπεύσει
εσείς είχατε σκοπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκοπεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκοπεύσει
εσύ θα έχεις σκοπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκοπεύσει
εμείς θα έχουμε σκοπεύσει
εσείς θα έχετε σκοπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκοπεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σκόπευε
(εσείς) σκοπεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκόπευσε
(εσείς) σκοπεύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σκοπεύοντας / έχοντας σκοπεύσει

Απαρέμφατο

σκοπεύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.