alternative form of σκοντάφτω (skontáfto)
Πλήρης κλίση του ρήματος σκοντάβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σκοντάβω
εσύ σκοντάβεις
αυτός/αυτή/αυτό σκοντάβει
εμείς σκοντάβουμε
εσείς σκοντάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκοντάβουν / σκοντάβουνε
Παρατατικός
εγώ σκόνταβα
εσύ σκόνταβες
αυτός/αυτή/αυτό σκόνταβε
εμείς σκοντάβαμε
εσείς σκοντάβατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκόνταβαν / σκοντάβαν / σκοντάβανε
Αόριστος
εγώ σκόνταψα
εσύ σκόνταψες
αυτός/αυτή/αυτό σκόνταψε
εμείς σκοντάψαμε
εσείς σκοντάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκόνταψαν / σκοντάψαν / σκοντάψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σκοντάβω
εσύ θα σκοντάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοντάβει
εμείς θα σκοντάβουμε
εσείς θα σκοντάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοντάβουν / θα σκοντάβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοντάψω
εσύ θα σκοντάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκοντάψει
εμείς θα σκοντάψουμε
εσείς θα σκοντάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκοντάψουν / θα σκοντάψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σκοντάψω
εσύ να σκοντάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκοντάψει
εμείς να σκοντάψουμε
εσείς να σκοντάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκοντάψουν / σκοντάψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σκοντάψει
εσύ έχεις σκοντάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκοντάψει
εμείς έχουμε σκοντάψει
εσείς έχετε σκοντάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκοντάψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σκοντάψει
εσύ είχες σκοντάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκοντάψει
εμείς είχαμε σκοντάψει
εσείς είχατε σκοντάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκοντάψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σκοντάψει
εσύ θα έχεις σκοντάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκοντάψει
εμείς θα έχουμε σκοντάψει
εσείς θα έχετε σκοντάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκοντάψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σκόνταβε
(εσείς) σκοντάβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σκόνταψε
(εσείς) σκοντάψτε / σκοντάφτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σκοντάβοντας / έχοντας σκοντάψει
Απαρέμφατο
σκοντάψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.