Κλίση του ρήματος σκαρφαλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σκαρφαλώνω
to climb, clamber, scale (up a steep surface)
Πλήρης κλίση του ρήματος σκαρφαλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκαρφαλώνω
εσύ σκαρφαλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό σκαρφαλώνει
εμείς σκαρφαλώνουμε
εσείς σκαρφαλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαρφαλώνουν / σκαρφαλώνουνε

Παρατατικός

εγώ σκαρφάλωνα
εσύ σκαρφάλωνες
αυτός/αυτή/αυτό σκαρφάλωνε
εμείς σκαρφαλώναμε
εσείς σκαρφαλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαρφάλωναν / σκαρφαλώναν / σκαρφαλώνανε

Αόριστος

εγώ σκαρφάλωσα
εσύ σκαρφάλωσες
αυτός/αυτή/αυτό σκαρφάλωσε
εμείς σκαρφαλώσαμε
εσείς σκαρφαλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαρφάλωσαν / σκαρφαλώσαν / σκαρφαλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκαρφαλώνω
εσύ θα σκαρφαλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκαρφαλώνει
εμείς θα σκαρφαλώνουμε
εσείς θα σκαρφαλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκαρφαλώνουν / θα σκαρφαλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκαρφαλώσω
εσύ θα σκαρφαλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκαρφαλώσει
εμείς θα σκαρφαλώσουμε
εσείς θα σκαρφαλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκαρφαλώσουν / θα σκαρφαλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκαρφαλώσω
εσύ να σκαρφαλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκαρφαλώσει
εμείς να σκαρφαλώσουμε
εσείς να σκαρφαλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκαρφαλώσουν / σκαρφαλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκαρφαλώσει
εσύ έχεις σκαρφαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκαρφαλώσει
εμείς έχουμε σκαρφαλώσει
εσείς έχετε σκαρφαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκαρφαλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκαρφαλώσει
εσύ είχες σκαρφαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκαρφαλώσει
εμείς είχαμε σκαρφαλώσει
εσείς είχατε σκαρφαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκαρφαλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκαρφαλώσει
εσύ θα έχεις σκαρφαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκαρφαλώσει
εμείς θα έχουμε σκαρφαλώσει
εσείς θα έχετε σκαρφαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκαρφαλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σκαρφάλωνε
(εσείς) σκαρφαλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκαρφάλωσε
(εσείς) σκαρφαλώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σκαρφαλώνοντας / έχοντας σκαρφαλώσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

σκαρφαλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σκαρφαλώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.