Κλίση του ρήματος σκαλίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σκαλίζω
to dig, to dig up, to hoe, to till (:soil)
Πλήρης κλίση του ρήματος σκαλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκαλίζω
εσύ σκαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σκαλίζει
εμείς σκαλίζουμε
εσείς σκαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαλίζουν / σκαλίζουνε

Παρατατικός

εγώ σκάλιζα
εσύ σκάλιζες
αυτός/αυτή/αυτό σκάλιζε
εμείς σκαλίζαμε
εσείς σκαλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκάλιζαν / σκαλίζαν / σκαλίζανε

Αόριστος

εγώ σκάλισα
εσύ σκάλισες
αυτός/αυτή/αυτό σκάλισε
εμείς σκαλίσαμε
εσείς σκαλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκάλισαν / σκαλίσαν / σκαλίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκαλίζω
εσύ θα σκαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκαλίζει
εμείς θα σκαλίζουμε
εσείς θα σκαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκαλίζουν / θα σκαλίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκαλίσω
εσύ θα σκαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκαλίσει
εμείς θα σκαλίσουμε
εσείς θα σκαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκαλίσουν / θα σκαλίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκαλίσω
εσύ να σκαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκαλίσει
εμείς να σκαλίσουμε
εσείς να σκαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκαλίσουν / σκαλίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκαλίσει
εσύ έχεις σκαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκαλίσει
εμείς έχουμε σκαλίσει
εσείς έχετε σκαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκαλίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκαλίσει
εσύ είχες σκαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκαλίσει
εμείς είχαμε σκαλίσει
εσείς είχατε σκαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκαλίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκαλίσει
εσύ θα έχεις σκαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκαλίσει
εμείς θα έχουμε σκαλίσει
εσείς θα έχετε σκαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκαλίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σκάλιζε
(εσείς) σκαλίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκάλισε
(εσείς) σκαλίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σκαλίζομαι
εσύ σκαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σκαλίζεται
εμείς σκαλιζόμαστε
εσείς σκαλίζεστε / σκαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαλίζονται

Παρατατικός

εγώ σκαλιζόμουν / σκαλιζόμουνα
εσύ σκαλιζόσουν / σκαλιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σκαλιζόταν / σκαλιζότανε
εμείς σκαλιζόμασταν / σκαλιζόμαστε
εσείς σκαλιζόσασταν / σκαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαλίζονταν / σκαλιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ σκαλίστηκα
εσύ σκαλίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σκαλίστηκε
εμείς σκαλιστήκαμε
εσείς σκαλιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκαλίστηκαν / σκαλιστήκαν / σκαλιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σκαλίζομαι
εσύ θα σκαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σκαλίζεται
εμείς θα σκαλιζόμαστε
εσείς θα σκαλίζεστε / θα σκαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκαλίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σκαλιστώ
εσύ θα σκαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σκαλιστεί
εμείς θα σκαλιστούμε
εσείς θα σκαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκαλιστούν / θα σκαλιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σκαλιστώ
εσύ να σκαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σκαλιστεί
εμείς να σκαλιστούμε
εσείς να σκαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκαλιστούν / σκαλιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σκαλιστεί
εσύ έχεις σκαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκαλιστεί
εμείς έχουμε σκαλιστεί
εσείς έχετε σκαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκαλιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σκαλιστεί
εσύ είχες σκαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκαλιστεί
εμείς είχαμε σκαλιστεί
εσείς είχατε σκαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκαλιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σκαλιστεί
εσύ θα έχεις σκαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκαλιστεί
εμείς θα έχουμε σκαλιστεί
εσείς θα έχετε σκαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκαλιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σκαλίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σκαλίσου
(εσείς) σκαλιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σκαλίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σκαλίσει

Μετοχή παρακειμένου

σκαλισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σκαλίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σκαλιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.