to slit, tear, cleave, sliver, split
Πλήρης κλίση του ρήματος σκίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σκίζω
εσύ σκίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σκίζει
εμείς σκίζουμε
εσείς σκίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σκίζουν / σκίζουνε
Παρατατικός
εγώ έσκιζα
εσύ έσκιζες
αυτός/αυτή/αυτό έσκιζε
εμείς σκίζαμε
εσείς σκίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσκιζαν / σκίζαν / σκίζανε
Αόριστος
εγώ έσκισα
εσύ έσκισες
αυτός/αυτή/αυτό έσκισε
εμείς σκίσαμε
εσείς σκίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσκισαν / σκίσαν / σκίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σκίζω
εσύ θα σκίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκίζει
εμείς θα σκίζουμε
εσείς θα σκίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκίζουν / θα σκίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκίσω
εσύ θα σκίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκίσει
εμείς θα σκίσουμε
εσείς θα σκίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκίσουν / θα σκίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σκίσω
εσύ να σκίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκίσει
εμείς να σκίσουμε
εσείς να σκίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκίσουν / σκίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σκίσει
εσύ έχεις σκίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκίσει
εμείς έχουμε σκίσει
εσείς έχετε σκίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σκίσει
εσύ είχες σκίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκίσει
εμείς είχαμε σκίσει
εσείς είχατε σκίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σκίσει
εσύ θα έχεις σκίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκίσει
εμείς θα έχουμε σκίσει
εσείς θα έχετε σκίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σκίζε
(εσείς) σκίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σκίσε
(εσείς) σκίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σκίζομαι
εσύ σκίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σκίζεται
εμείς σκιζόμαστε
εσείς σκίζεστε / σκιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκίζονται
Παρατατικός
εγώ σκιζόμουν / σκιζόμουνα
εσύ σκιζόσουν / σκιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σκιζόταν / σκιζότανε
εμείς σκιζόμασταν / σκιζόμαστε
εσείς σκιζόσασταν / σκιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σκίζονταν / σκιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ σκίστηκα
εσύ σκίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σκίστηκε
εμείς σκιστήκαμε
εσείς σκιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σκίστηκαν / σκιστήκαν / σκιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σκίζομαι
εσύ θα σκίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σκίζεται
εμείς θα σκιζόμαστε
εσείς θα σκίζεστε / θα σκιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκιστώ
εσύ θα σκιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σκιστεί
εμείς θα σκιστούμε
εσείς θα σκιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκιστούν / θα σκιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σκιστώ
εσύ να σκιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σκιστεί
εμείς να σκιστούμε
εσείς να σκιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκιστούν / σκιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σκιστεί
εσύ έχεις σκιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκιστεί
εμείς έχουμε σκιστεί
εσείς έχετε σκιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σκιστεί
εσύ είχες σκιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκιστεί
εμείς είχαμε σκιστεί
εσείς είχατε σκιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σκιστεί
εσύ θα έχεις σκιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκιστεί
εμείς θα έχουμε σκιστεί
εσείς θα έχετε σκιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σκίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σκίσου
(εσείς) σκιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σκίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σκίσει
Μετοχή παρακειμένου
σκισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σκίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σκιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.