to burst, explode
Πλήρης κλίση του ρήματος σκάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σκάω
εσύ σκας
αυτός/αυτή/αυτό σκάει
εμείς σκάμε
εσείς σκάτε
αυτοί/αυτές/αυτά σκάνε / σκαν
Παρατατικός
εγώ έσκαγα
εσύ έσκαγες
αυτός/αυτή/αυτό έσκαγε
εμείς σκάγαμε
εσείς σκάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσκαγαν / σκάγαν / σκάγανε
Αόριστος
εγώ έσκασα
εσύ έσκασες
αυτός/αυτή/αυτό έσκασε
εμείς σκάσαμε
εσείς σκάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσκασαν / σκάσαν / σκάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σκάω
εσύ θα σκας
αυτός/αυτή/αυτό θα σκάει
εμείς θα σκάμε
εσείς θα σκάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκάνε / θα σκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκάσω
εσύ θα σκάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σκάσει
εμείς θα σκάσουμε
εσείς θα σκάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σκάσουν / θα σκάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σκάσω
εσύ να σκάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σκάσει
εμείς να σκάσουμε
εσείς να σκάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σκάσουν / σκάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σκάσει
εσύ έχεις σκάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σκάσει
εμείς έχουμε σκάσει
εσείς έχετε σκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σκάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σκάσει
εσύ είχες σκάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σκάσει
εμείς είχαμε σκάσει
εσείς είχατε σκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σκάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σκάσει
εσύ θα έχεις σκάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σκάσει
εμείς θα έχουμε σκάσει
εσείς θα έχετε σκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σκάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σκάε
(εσείς) σκάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σκάσε
(εσείς) σκάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σκώντας / έχοντας σκάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σκασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σκάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.