Κλίση του ρήματος σιχαίνομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σιχαίνομαι
to detest, hate, despise, loathe (due to finding someone or something disgusting and/or distasteful)
Πλήρης κλίση του ρήματος σιχαίνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σιχαίνομαι
εσύ σιχαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σιχαίνεται
εμείς σιχαινόμαστε
εσείς σιχαίνεστε / σιχαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σιχαίνονται

Παρατατικός

εγώ σιχαινόμουν / σιχαινόμουνα
εσύ σιχαινόσουν / σιχαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σιχαινόταν / σιχαινότανε
εμείς σιχαινόμασταν / σιχαινόμαστε
εσείς σιχαινόσασταν / σιχαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σιχαίνονταν / σιχαινόντουσαν

Αόριστος

εγώ σιχάθηκα
εσύ σιχάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σιχάθηκε
εμείς σιχαθήκαμε
εσείς σιχαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σιχάθηκαν / σιχαθήκαν / σιχαθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σιχαίνομαι
εσύ θα σιχαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σιχαίνεται
εμείς θα σιχαινόμαστε
εσείς θα σιχαίνεστε / θα σιχαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σιχαίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σιχαθώ
εσύ θα σιχαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σιχαθεί
εμείς θα σιχαθούμε
εσείς θα σιχαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σιχαθούν / θα σιχαθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σιχαθώ
εσύ να σιχαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σιχαθεί
εμείς να σιχαθούμε
εσείς να σιχαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σιχαθούν / σιχαθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σιχαθεί
εσύ έχεις σιχαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σιχαθεί
εμείς έχουμε σιχαθεί
εσείς έχετε σιχαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σιχαθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σιχαθεί
εσύ είχες σιχαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σιχαθεί
εμείς είχαμε σιχαθεί
εσείς είχατε σιχαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σιχαθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σιχαθεί
εσύ θα έχεις σιχαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σιχαθεί
εμείς θα έχουμε σιχαθεί
εσείς θα έχετε σιχαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σιχαθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σιχαίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) σιχαθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

σιχαμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

σιχαθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.