to secure
Πλήρης κλίση του ρήματος σιγουρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σιγουρεύω
εσύ σιγουρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό σιγουρεύει
εμείς σιγουρεύουμε
εσείς σιγουρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά σιγουρεύουν / σιγουρεύουνε
Παρατατικός
εγώ σιγούρευα
εσύ σιγούρευες
αυτός/αυτή/αυτό σιγούρευε
εμείς σιγουρεύαμε
εσείς σιγουρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά σιγούρευαν / σιγουρεύαν / σιγουρεύανε
Αόριστος
εγώ σιγούρεψα
εσύ σιγούρεψες
αυτός/αυτή/αυτό σιγούρεψε
εμείς σιγουρέψαμε
εσείς σιγουρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά σιγούρεψαν / σιγουρέψαν / σιγουρέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σιγουρεύω
εσύ θα σιγουρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σιγουρεύει
εμείς θα σιγουρεύουμε
εσείς θα σιγουρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σιγουρεύουν / θα σιγουρεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σιγουρέψω
εσύ θα σιγουρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σιγουρέψει
εμείς θα σιγουρέψουμε
εσείς θα σιγουρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σιγουρέψουν / θα σιγουρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σιγουρέψω
εσύ να σιγουρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να σιγουρέψει
εμείς να σιγουρέψουμε
εσείς να σιγουρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σιγουρέψουν / σιγουρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σιγουρέψει
εσύ έχεις σιγουρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σιγουρέψει
εμείς έχουμε σιγουρέψει
εσείς έχετε σιγουρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σιγουρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σιγουρέψει
εσύ είχες σιγουρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σιγουρέψει
εμείς είχαμε σιγουρέψει
εσείς είχατε σιγουρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σιγουρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σιγουρέψει
εσύ θα έχεις σιγουρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σιγουρέψει
εμείς θα έχουμε σιγουρέψει
εσείς θα έχετε σιγουρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σιγουρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σιγούρευε
(εσείς) σιγουρεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σιγούρεψε
(εσείς) σιγουρέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σιγουρεύομαι
εσύ σιγουρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σιγουρεύεται
εμείς σιγουρευόμαστε
εσείς σιγουρεύεστε / σιγουρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σιγουρεύονται
Παρατατικός
εγώ σιγουρευόμουν / σιγουρευόμουνα
εσύ σιγουρευόσουν / σιγουρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σιγουρευόταν / σιγουρευότανε
εμείς σιγουρευόμασταν / σιγουρευόμαστε
εσείς σιγουρευόσασταν / σιγουρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σιγουρεύονταν / σιγουρευόντουσαν
Αόριστος
εγώ σιγουρεύτηκα
εσύ σιγουρεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό σιγουρεύτηκε
εμείς σιγουρευτήκαμε
εσείς σιγουρευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σιγουρεύτηκαν / σιγουρευτήκαν / σιγουρευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σιγουρεύομαι
εσύ θα σιγουρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σιγουρεύεται
εμείς θα σιγουρευόμαστε
εσείς θα σιγουρεύεστε / θα σιγουρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σιγουρεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σιγουρευτώ
εσύ θα σιγουρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σιγουρευτεί
εμείς θα σιγουρευτούμε
εσείς θα σιγουρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σιγουρευτούν / θα σιγουρευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σιγουρευτώ
εσύ να σιγουρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να σιγουρευτεί
εμείς να σιγουρευτούμε
εσείς να σιγουρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σιγουρευτούν / σιγουρευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σιγουρευτεί
εσύ έχεις σιγουρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σιγουρευτεί
εμείς έχουμε σιγουρευτεί
εσείς έχετε σιγουρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σιγουρευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σιγουρευτεί
εσύ είχες σιγουρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σιγουρευτεί
εμείς είχαμε σιγουρευτεί
εσείς είχατε σιγουρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σιγουρευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σιγουρευτεί
εσύ θα έχεις σιγουρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σιγουρευτεί
εμείς θα έχουμε σιγουρευτεί
εσείς θα έχετε σιγουρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σιγουρευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σιγουρεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σιγουρέψου
(εσείς) σιγουρευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σιγουρεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σιγουρέψει
Μετοχή παρακειμένου
σιγουρεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σιγουρέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σιγουρευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.