to signalize (to furnish (a road intersection or pedestrian crossing) with a traffic signal)
Πλήρης κλίση του ρήματος σηματοδοτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σηματοδοτώ
εσύ σηματοδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό σηματοδοτεί
εμείς σηματοδοτούμε
εσείς σηματοδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά σηματοδοτούν / σηματοδοτούνε
Παρατατικός
εγώ σηματοδοτούσα
εσύ σηματοδοτούσες
αυτός/αυτή/αυτό σηματοδοτούσε
εμείς σηματοδοτούσαμε
εσείς σηματοδοτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σηματοδοτούσαν / σηματοδοτούσανε
Αόριστος
εγώ σηματοδότησα
εσύ σηματοδότησες
αυτός/αυτή/αυτό σηματοδότησε
εμείς σηματοδοτήσαμε
εσείς σηματοδοτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σηματοδότησαν / σηματοδοτήσαν / σηματοδοτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σηματοδοτώ
εσύ θα σηματοδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σηματοδοτεί
εμείς θα σηματοδοτούμε
εσείς θα σηματοδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σηματοδοτούν / θα σηματοδοτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σηματοδοτήσω
εσύ θα σηματοδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σηματοδοτήσει
εμείς θα σηματοδοτήσουμε
εσείς θα σηματοδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σηματοδοτήσουν / θα σηματοδοτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σηματοδοτήσω
εσύ να σηματοδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σηματοδοτήσει
εμείς να σηματοδοτήσουμε
εσείς να σηματοδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σηματοδοτήσουν / σηματοδοτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σηματοδοτήσει
εσύ έχεις σηματοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σηματοδοτήσει
εμείς έχουμε σηματοδοτήσει
εσείς έχετε σηματοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σηματοδοτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σηματοδοτήσει
εσύ είχες σηματοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σηματοδοτήσει
εμείς είχαμε σηματοδοτήσει
εσείς είχατε σηματοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σηματοδοτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σηματοδοτήσει
εσύ θα έχεις σηματοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σηματοδοτήσει
εμείς θα έχουμε σηματοδοτήσει
εσείς θα έχετε σηματοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σηματοδοτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σηματοδοτείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σηματοδότησε
(εσείς) σηματοδοτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σηματοδοτούμαι
εσύ σηματοδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό σηματοδοτείται
εμείς σηματοδοτούμαστε
εσείς σηματοδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά σηματοδοτούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό σηματοδοτούνταν / σηματοδοτείτο
εμείς σηματοδοτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σηματοδοτούνταν / σηματοδοτούντο
Αόριστος
εγώ σηματοδοτήθηκα
εσύ σηματοδοτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σηματοδοτήθηκε
εμείς σηματοδοτηθήκαμε
εσείς σηματοδοτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σηματοδοτήθηκαν / σηματοδοτηθήκαν / σηματοδοτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σηματοδοτούμαι
εσύ θα σηματοδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σηματοδοτείται
εμείς θα σηματοδοτούμαστε
εσείς θα σηματοδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σηματοδοτούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σηματοδοτηθώ
εσύ θα σηματοδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σηματοδοτηθεί
εμείς θα σηματοδοτηθούμε
εσείς θα σηματοδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σηματοδοτηθούν / θα σηματοδοτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σηματοδοτηθώ
εσύ να σηματοδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σηματοδοτηθεί
εμείς να σηματοδοτηθούμε
εσείς να σηματοδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σηματοδοτηθούν / σηματοδοτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σηματοδοτηθεί
εσύ έχεις σηματοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σηματοδοτηθεί
εμείς έχουμε σηματοδοτηθεί
εσείς έχετε σηματοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σηματοδοτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σηματοδοτηθεί
εσύ είχες σηματοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σηματοδοτηθεί
εμείς είχαμε σηματοδοτηθεί
εσείς είχατε σηματοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σηματοδοτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σηματοδοτηθεί
εσύ θα έχεις σηματοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σηματοδοτηθεί
εμείς θα έχουμε σηματοδοτηθεί
εσείς θα έχετε σηματοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σηματοδοτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σηματοδοτείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σηματοδοτήσου
(εσείς) σηματοδοτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σηματοδοτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σηματοδοτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
σηματοδοτούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
σηματοδοτημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σηματοδοτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σηματοδοτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.