to aim
Πλήρης κλίση του ρήματος σημαδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σημαδεύω
εσύ σημαδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό σημαδεύει
εμείς σημαδεύουμε
εσείς σημαδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά σημαδεύουν / σημαδεύουνε
Παρατατικός
εγώ σημάδευα
εσύ σημάδευες
αυτός/αυτή/αυτό σημάδευε
εμείς σημαδεύαμε
εσείς σημαδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά σημάδευαν / σημαδεύαν / σημαδεύανε
Αόριστος
εγώ σημάδεψα
εσύ σημάδεψες
αυτός/αυτή/αυτό σημάδεψε
εμείς σημαδέψαμε
εσείς σημαδέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά σημάδεψαν / σημαδέψαν / σημαδέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σημαδεύω
εσύ θα σημαδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σημαδεύει
εμείς θα σημαδεύουμε
εσείς θα σημαδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σημαδεύουν / θα σημαδεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σημαδέψω
εσύ θα σημαδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σημαδέψει
εμείς θα σημαδέψουμε
εσείς θα σημαδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σημαδέψουν / θα σημαδέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σημαδέψω
εσύ να σημαδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να σημαδέψει
εμείς να σημαδέψουμε
εσείς να σημαδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σημαδέψουν / σημαδέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σημαδέψει
εσύ έχεις σημαδέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σημαδέψει
εμείς έχουμε σημαδέψει
εσείς έχετε σημαδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σημαδέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σημαδέψει
εσύ είχες σημαδέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σημαδέψει
εμείς είχαμε σημαδέψει
εσείς είχατε σημαδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σημαδέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σημαδέψει
εσύ θα έχεις σημαδέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σημαδέψει
εμείς θα έχουμε σημαδέψει
εσείς θα έχετε σημαδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σημαδέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σημάδευε
(εσείς) σημαδεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σημάδεψε / σημάδευ'
(εσείς) σημαδέψτε / σημαδεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σημαδεύομαι
εσύ σημαδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σημαδεύεται
εμείς σημαδευόμαστε
εσείς σημαδεύεστε / σημαδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σημαδεύονται
Παρατατικός
εγώ σημαδευόμουν / σημαδευόμουνα
εσύ σημαδευόσουν / σημαδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σημαδευόταν / σημαδευότανε
εμείς σημαδευόμασταν / σημαδευόμαστε
εσείς σημαδευόσασταν / σημαδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σημαδεύονταν / σημαδευόντουσαν
Αόριστος
εγώ σημαδεύτηκα
εσύ σημαδεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό σημαδεύτηκε
εμείς σημαδευτήκαμε
εσείς σημαδευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σημαδεύτηκαν / σημαδευτήκαν / σημαδευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σημαδεύομαι
εσύ θα σημαδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σημαδεύεται
εμείς θα σημαδευόμαστε
εσείς θα σημαδεύεστε / θα σημαδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σημαδεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σημαδευτώ
εσύ θα σημαδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σημαδευτεί
εμείς θα σημαδευτούμε
εσείς θα σημαδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σημαδευτούν / θα σημαδευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σημαδευτώ
εσύ να σημαδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να σημαδευτεί
εμείς να σημαδευτούμε
εσείς να σημαδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σημαδευτούν / σημαδευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σημαδευτεί
εσύ έχεις σημαδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σημαδευτεί
εμείς έχουμε σημαδευτεί
εσείς έχετε σημαδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σημαδευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σημαδευτεί
εσύ είχες σημαδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σημαδευτεί
εμείς είχαμε σημαδευτεί
εσείς είχατε σημαδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σημαδευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σημαδευτεί
εσύ θα έχεις σημαδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σημαδευτεί
εμείς θα έχουμε σημαδευτεί
εσείς θα έχετε σημαδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σημαδευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σημαδεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σημαδέψου
(εσείς) σημαδευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σημαδεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σημαδέψει
Μετοχή παρακειμένου
σημαδεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σημαδέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σημαδευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.