to shake
Πλήρης κλίση του ρήματος σείω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σείω
εσύ σείεις
αυτός/αυτή/αυτό σείει
εμείς σείουμε
εσείς σείετε
αυτοί/αυτές/αυτά σείουν / σείουνε
Παρατατικός
εγώ έσεια
εσύ έσειες
αυτός/αυτή/αυτό έσειε
εμείς σείαμε
εσείς σείατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσειαν / σείαν / σείανε
Αόριστος
εγώ έσεισα
εσύ έσεισες
αυτός/αυτή/αυτό έσεισε
εμείς σείσαμε
εσείς σείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσεισαν / σείσαν / σείσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σείω
εσύ θα σείεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σείει
εμείς θα σείουμε
εσείς θα σείετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σείουν / θα σείουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σείσω
εσύ θα σείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σείσει
εμείς θα σείσουμε
εσείς θα σείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σείσουν / θα σείσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σείσω
εσύ να σείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σείσει
εμείς να σείσουμε
εσείς να σείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σείσουν / σείσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σείσει
εσύ έχεις σείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σείσει
εμείς έχουμε σείσει
εσείς έχετε σείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σείσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σείσει
εσύ είχες σείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σείσει
εμείς είχαμε σείσει
εσείς είχατε σείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σείσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σείσει
εσύ θα έχεις σείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σείσει
εμείς θα έχουμε σείσει
εσείς θα έχετε σείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σείσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σείε
(εσείς) σείετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σείσε
(εσείς) σείστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σείομαι
εσύ σείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σείεται
εμείς σειόμαστε
εσείς σείεστε / σειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σείονται
Παρατατικός
εγώ σειόμουν / σειόμουνα
εσύ σειόσουν / σειόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σειόταν / σειότανε
εμείς σειόμασταν / σειόμαστε
εσείς σειόσασταν / σειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σείονταν / σειόντουσαν
Αόριστος
εγώ σείστηκα
εσύ σείστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σείστηκε
εμείς σειστήκαμε
εσείς σειστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σείστηκαν / σειστήκαν / σειστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σείομαι
εσύ θα σείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σείεται
εμείς θα σειόμαστε
εσείς θα σείεστε / θα σειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σείονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σειστώ
εσύ θα σειστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σειστεί
εμείς θα σειστούμε
εσείς θα σειστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σειστούν / θα σειστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σειστώ
εσύ να σειστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σειστεί
εμείς να σειστούμε
εσείς να σειστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σειστούν / σειστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σειστεί
εσύ έχεις σειστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σειστεί
εμείς έχουμε σειστεί
εσείς έχετε σειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σειστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σειστεί
εσύ είχες σειστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σειστεί
εμείς είχαμε σειστεί
εσείς είχατε σειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σειστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σειστεί
εσύ θα έχεις σειστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σειστεί
εμείς θα έχουμε σειστεί
εσείς θα έχετε σειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σειστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σείεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σείσου
(εσείς) σειστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σείοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σείσει
Απαρέμφατο
σείσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σειστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.