Κλίση του ρήματος σβήνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σβήνω
to put out, extinguish (candle, fire, cigarette)
Πλήρης κλίση του ρήματος σβήνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σβήνω
εσύ σβήνεις
αυτός/αυτή/αυτό σβήνει
εμείς σβήνουμε
εσείς σβήνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σβήνουν / σβήνουνε

Παρατατικός

εγώ έσβηνα
εσύ έσβηνες
αυτός/αυτή/αυτό έσβηνε
εμείς σβήναμε
εσείς σβήνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσβηναν / σβήναν / σβήνανε

Αόριστος

εγώ έσβησα
εσύ έσβησες
αυτός/αυτή/αυτό έσβησε
εμείς σβήσαμε
εσείς σβήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έσβησαν / σβήσαν / σβήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σβήνω
εσύ θα σβήνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σβήνει
εμείς θα σβήνουμε
εσείς θα σβήνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σβήνουν / θα σβήνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σβήσω
εσύ θα σβήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σβήσει
εμείς θα σβήσουμε
εσείς θα σβήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σβήσουν / θα σβήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σβήσω
εσύ να σβήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σβήσει
εμείς να σβήσουμε
εσείς να σβήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σβήσουν / σβήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σβήσει
εσύ έχεις σβήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σβήσει
εμείς έχουμε σβήσει
εσείς έχετε σβήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σβήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σβήσει
εσύ είχες σβήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σβήσει
εμείς είχαμε σβήσει
εσείς είχατε σβήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σβήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σβήσει
εσύ θα έχεις σβήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σβήσει
εμείς θα έχουμε σβήσει
εσείς θα έχετε σβήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σβήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σβήνε
(εσείς) σβήνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σβήσε
(εσείς) σβήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σβήνομαι
εσύ σβήνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σβήνεται
εμείς σβηνόμαστε
εσείς σβήνεστε / σβηνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σβήνονται

Παρατατικός

εγώ σβηνόμουν / σβηνόμουνα
εσύ σβηνόσουν / σβηνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σβηνόταν / σβηνότανε
εμείς σβηνόμασταν / σβηνόμαστε
εσείς σβηνόσασταν / σβηνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σβήνονταν / σβηνόντουσαν

Αόριστος

εγώ σβήστηκα
εσύ σβήστηκες
αυτός/αυτή/αυτό σβήστηκε
εμείς σβηστήκαμε
εσείς σβηστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σβήστηκαν / σβηστήκαν / σβηστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σβήνομαι
εσύ θα σβήνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σβήνεται
εμείς θα σβηνόμαστε
εσείς θα σβήνεστε / θα σβηνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σβήνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σβηστώ
εσύ θα σβηστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σβηστεί
εμείς θα σβηστούμε
εσείς θα σβηστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σβηστούν / θα σβηστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σβηστώ
εσύ να σβηστείς
αυτός/αυτή/αυτό να σβηστεί
εμείς να σβηστούμε
εσείς να σβηστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σβηστούν / σβηστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σβηστεί
εσύ έχεις σβηστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σβηστεί
εμείς έχουμε σβηστεί
εσείς έχετε σβηστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σβηστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σβηστεί
εσύ είχες σβηστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σβηστεί
εμείς είχαμε σβηστεί
εσείς είχατε σβηστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σβηστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σβηστεί
εσύ θα έχεις σβηστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σβηστεί
εμείς θα έχουμε σβηστεί
εσείς θα έχετε σβηστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σβηστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) σβήνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σβήσου
(εσείς) σβηστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σβήνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας σβήσει

Μετοχή παρακειμένου

σβησμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σβήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

σβηστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.