to sweep (with broom)
Πλήρης κλίση του ρήματος σαρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σαρώνω
εσύ σαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό σαρώνει
εμείς σαρώνουμε
εσείς σαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά σαρώνουν / σαρώνουνε
Παρατατικός
εγώ σάρωνα
εσύ σάρωνες
αυτός/αυτή/αυτό σάρωνε
εμείς σαρώναμε
εσείς σαρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάρωναν / σαρώναν / σαρώνανε
Αόριστος
εγώ σάρωσα
εσύ σάρωσες
αυτός/αυτή/αυτό σάρωσε
εμείς σαρώσαμε
εσείς σαρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάρωσαν / σαρώσαν / σαρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σαρώνω
εσύ θα σαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαρώνει
εμείς θα σαρώνουμε
εσείς θα σαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαρώνουν / θα σαρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαρώσω
εσύ θα σαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαρώσει
εμείς θα σαρώσουμε
εσείς θα σαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαρώσουν / θα σαρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σαρώσω
εσύ να σαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σαρώσει
εμείς να σαρώσουμε
εσείς να σαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σαρώσουν / σαρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σαρώσει
εσύ έχεις σαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σαρώσει
εμείς έχουμε σαρώσει
εσείς έχετε σαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σαρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σαρώσει
εσύ είχες σαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σαρώσει
εμείς είχαμε σαρώσει
εσείς είχατε σαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σαρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σαρώσει
εσύ θα έχεις σαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σαρώσει
εμείς θα έχουμε σαρώσει
εσείς θα έχετε σαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σαρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σάρωνε
(εσείς) σαρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σάρωσε
(εσείς) σαρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σαρώνομαι
εσύ σαρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σαρώνεται
εμείς σαρωνόμαστε
εσείς σαρώνεστε / σαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σαρώνονται
Παρατατικός
εγώ σαρωνόμουν / σαρωνόμουνα
εσύ σαρωνόσουν / σαρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό σαρωνόταν / σαρωνότανε
εμείς σαρωνόμασταν / σαρωνόμαστε
εσείς σαρωνόσασταν / σαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σαρώνονταν / σαρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ σαρώθηκα
εσύ σαρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό σαρώθηκε
εμείς σαρωθήκαμε
εσείς σαρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά σαρώθηκαν / σαρωθήκαν / σαρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σαρώνομαι
εσύ θα σαρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σαρώνεται
εμείς θα σαρωνόμαστε
εσείς θα σαρώνεστε / θα σαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαρωθώ
εσύ θα σαρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα σαρωθεί
εμείς θα σαρωθούμε
εσείς θα σαρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαρωθούν / θα σαρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σαρωθώ
εσύ να σαρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να σαρωθεί
εμείς να σαρωθούμε
εσείς να σαρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να σαρωθούν / σαρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σαρωθεί
εσύ έχεις σαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει σαρωθεί
εμείς έχουμε σαρωθεί
εσείς έχετε σαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σαρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σαρωθεί
εσύ είχες σαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε σαρωθεί
εμείς είχαμε σαρωθεί
εσείς είχατε σαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σαρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σαρωθεί
εσύ θα έχεις σαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σαρωθεί
εμείς θα έχουμε σαρωθεί
εσείς θα έχετε σαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σαρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σαρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σαρώσου
(εσείς) σαρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σαρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σαρώσει
Μετοχή παρακειμένου
σαρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
σαρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
σαρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.