Κλίση του ρήματος σαπίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σαπίζω
to rot (to suffer decomposition due to biological action, especially by fungi or bacteria)
Πλήρης κλίση του ρήματος σαπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σαπίζω
εσύ σαπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό σαπίζει
εμείς σαπίζουμε
εσείς σαπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά σαπίζουν / σαπίζουνε

Παρατατικός

εγώ σάπιζα
εσύ σάπιζες
αυτός/αυτή/αυτό σάπιζε
εμείς σαπίζαμε
εσείς σαπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάπιζαν / σαπίζαν / σαπίζανε

Αόριστος

εγώ σάπισα
εσύ σάπισες
αυτός/αυτή/αυτό σάπισε
εμείς σαπίσαμε
εσείς σαπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάπισαν / σαπίσαν / σαπίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σαπίζω
εσύ θα σαπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαπίζει
εμείς θα σαπίζουμε
εσείς θα σαπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαπίζουν / θα σαπίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σαπίσω
εσύ θα σαπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαπίσει
εμείς θα σαπίσουμε
εσείς θα σαπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαπίσουν / θα σαπίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σαπίσω
εσύ να σαπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να σαπίσει
εμείς να σαπίσουμε
εσείς να σαπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σαπίσουν / σαπίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σαπίσει
εσύ έχεις σαπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σαπίσει
εμείς έχουμε σαπίσει
εσείς έχετε σαπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σαπίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σαπίσει
εσύ είχες σαπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σαπίσει
εμείς είχαμε σαπίσει
εσείς είχατε σαπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σαπίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σαπίσει
εσύ θα έχεις σαπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σαπίσει
εμείς θα έχουμε σαπίσει
εσείς θα έχετε σαπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σαπίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σάπιζε
(εσείς) σαπίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σάπισε
(εσείς) σαπίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σαπίζοντας / έχοντας σαπίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

σαπισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σαπίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.